Ὁ Πανιερώτατος ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα: Ἐπαναφορὰ στὰ σχολεῖα ἀγωγῆς ἀγνότητας;

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Γ΄ πνευματικὴ σύναξη διαλόγου μὲ τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο ποὺ πραγματοποιήθηκε στὶς 22 Μαΐου, 2019 στὸ πλαίσιο τῶν ἐκδηλώσεων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης Ἰδαλίου, μὲ ἀφορμὴ τὴ μεταφορὰ στὸν ναὸ τῆς ἱερᾶς εἰκόνας Παναγίας τῆς «Ἐλαιωνίτισσας» ἀπὸ τὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίων Ἀποστόλων στὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν.

 

Σχετικά:

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ: Ὀφειλόμενη ἀπάντηση πρὸς ἀνακοίνωση τοῦ πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κυρηνείας κ. Χρυσοστόμου (τοῦ Γραφείου του στὴ Λευκωσία, στὸ Facebook, στὶς 30.07.2019)

Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία: Ἠχηρὴ παρέμβαση γιὰ τὸ θέμα τοῦ Ἁγίου Μόρφου

Περισσότερα: Μόρφου Νεόφυτος: Τὰ σαρκικάˑ ἡ ἀγωγὴ τοῦ σατανᾶ στὴ νέα ἐποχὴ - περὶ ὁμοφυλοφιλίας

 

Ο Γέροντας Νεκτάριος γεννήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1921 στην αγιοτόκο και αγιοτρόφο Αίγινα. Ήταν γιός των πτωχών μα ευσεβών νησιωτών Φωτίου και Ευαγγελίας Μαρμαρινού και αδελφός των Αναστασίου, Μιχαήλ και Μαρίνας η οποία πέθανε εικοσάχρονη στα χρόνια της Κατοχής από φυματίωση. Με την αγαπημένη του αδελφή αυτή συνήθιζε να επισκέπτεται τις Μονές της Αίγινας και να ρουφούν αχόρταγα το μέλι της μοναχικής πολιτείας οραματιζόμενοι την ζωή της αφιερώσεως.

Πνευματικός του πατέρας εκείνα τα χρόνια ήταν ο οσίας μνήμης Γέροντας Ιερώνυμος Αποστολίδης, ο Ησυχαστής της Αίγινας († 3/16 Οκτωβρίου 1966), από τον οποίο διδάχθηκε την ευχή, την ευλάβεια, την αγάπη για τις ακολουθίες, και καλλιέργησε την μοναχική του κλίση και κλήση. Παιδί ακόμη στην γενέτειρά του ο Κυριάκος ανέβαινε στο δυσπρόσιτο Μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσολεόντισσας στα βουνά της Αίγινας και βλέποντας από ψηλά την Μονή του Αγίου Νεκταρίου, παρακαλούσε τον μεγάλο Άγιο του εικοστού αιώνα λέγοντας: «Άγιέ μου Νεκτάριε, εσύ έκτισες το μοναστηράκι σου εδώ. Αξίωσέ με και μένα να κτίσω Μοναστήρι και να δω τις νύμφες του Χριστού μας να αγωνίζονται τον καλό αγώνα της αρετής!».

Αφού τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο, φοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή Χανίων, όπου εξέπληξε όλους με τον ακέραιο χαρακτήρα του. Μετά από λίγο, στα 1937, η πρόνοια του Θεού τον έφερε φοιτητή στην Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου, όπου έτυχε του ενδιαφέροντος και της προστασίας του Μητροπολίτου Κορινθίας Μιχαήλ Κωνσταντινίδη. Στην Σχολή αυτή διακόνησε ως Εκκλησιάρχης στον ναό της Αγίας Φωτεινής.

Περισσότερα: Ο Γέρονας Νεκτάριος Μαρμαρινός

Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, ἐκδίδει καὶ διανέμει δωρεὰν δεκαεξασέλιδα φυλλάδια, ποὺ περιέχουν σὲ ἁπλὴ γλωσσικὴ μορφὴ ἐκλεκτὰ πατερικὰ ἀποσπάσματα καὶ ἄλλα ἐπίκαιρα κείμενα ἀπὸ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας. Ἤδη ἔχουν κυκλοφορηθεῖ περίπου ὀκτὼ ἑκατομμύρια ἀντίτυπα.

Τὰ φυλλάδια αὐτὰ «Φωνὴ τῶν Πατέρων» εἶναι διαθέσιμα καὶ σὲ αὐτὴν τὴν σελίδα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.

 

ἔκδοσις 14/5/2019

 

Νὰ ἀναρρωτηθεῖς: γιατὶ θέλω νὰ προχωρήσω πνευματικά; Γιὰ νὰ ἀρέσω στὸν Θεό, ἢ γιὰ νὰ ἀρέσω καὶ νὰ φαίνομαι καλύτερος στοὺς ἄλλους, ἢ γιὰ νὰ μειώνω καὶ νὰ συγκρίνω τὸν ἑαυτό μου μὲ τοὺς ἄλλους;

Νὰ δίνεις τὸ δικαίωμα στοὺς ἄλλους νὰ σοῦ κάνουν παρατηρήσεις (χωρὶς νὰ ἀνταπο­δίδεις), γιὰ νὰ βγεῖ ἔξω ἡ κρυφὴ ὑπερηφάνεια, καὶ σιγά-σιγά νὰ φύγει.

Μὴν ὑψώνεις καὶ ὑπερηφανεύεις τὸν ἑαυτό σου, οὔτε στὴ δουλειά σου (οὔτε μὲ δικαιολογίες, οὔτε ἔστω γιὰ ἀστεῖο), οὔτε καὶ σὲ συγγενικά σου πρόσωπα. Εἶναι ἄψευστος δεῖκτης τῆς ὑπερηφανείας καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας, ἔστω καὶ ὅταν γίνεται γιὰ ἀστεῖο.

«πρὶν ἢ ἀκοῦσαι, μὴ ἀποκρίνου καὶ ἐν μέσῳ λόγων μὴ παρεμβάλλου» (Σοφ. Σειρ. ια’ 8)

Περισσότερα: Εκκλησιάζομαι, Εξομολογούμαι, Κοινωνώ τακτικά. Λέω την Ευχή. Γιατί μένω όμως στάσιμος πνευματικά;

Ὀμιλία τοῦ γέροντα Ἐφραῖμ Βατοπεδινοῦ στὴν Καστοριὰ γιὰ τὴν γνωριμία του καὶ τὰ ὅσα θαυμαστὰ ἔζησε μὲ τὸν Ἅγιο (Γέροντα) Παΐσιο.

Πατῆστε κάτω στὸ «Περισσότερα»  γιὰ νὰ ἐμφανιστεῖ τὸ βίντεο (youtube).

Περισσότερα: Ἡ γνωριμία μου μὲ τὸν Ἅγιο Παΐσιο - Γέρων Εφραίμ Βατοπεδινός

ἀπὸ τὸ βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου Λόγοι Ε' - Πάθη καὶ Ἀρετές, ἔκδ. α' 2006, Ἱεροῦ Ἠσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστῆς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, σ. 59 κ.ἐ..

ὀρισμένα ἀποσπάσματα (στὸ τέλος ὑπάρχει τὸ κεφάλαιο ἠχογραφημένο):

– Γέροντα, ἔχω ζήλεια, μνησικακία, κατακρίνω, θυμώνω... – Ἡ ζήλεια, ἡ κατάκριση, ὁ θυμός, ἡ μνησικακία κ.λπ., ὅλα ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ξεκινοῦν. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ Γενικὸ Ἐπιτελεῖο ὅλων τῶν παθῶν. Ἂν λοιπὸν χτυπήσης τὴν ὑπερηφάνεια, χτυπᾶς ὅλα τὰ πάθη καὶ ἔρχεται μέσα σου ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη. Γι᾿ αὐτό, νομίζω, ἀρκετὸ εἶναι νὰ ἀσχοληθῆς ἢ μᾶλλον νὰ ἀνοίξης μέτωπο μάχης μὲ τὴν ὑπερηφάνεια· νὰ στρέψης ὅλα τὰ πυρὰ πρὸς τὸ κάστρο τῆς ὑπερηφανείας, τὸ ὁποῖο μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό.

– Γέροντα, μὲ ποιόν συγγενεύει ὁ ὑπερήφανος; – Μὲ τὸν ἔξω ἀπὸ ᾿δῶ, μὲ τὸν διάβολο... Ἂν καὶ εὐκολώτερα κάμπτεται ὁ διάβολος παρὰ ὁ ὑπερήφανος. Γιατὶ τὸν δαίμονα τὸν κάμπτεις, ἂν ταπεινωθῆς, ἐνῶ τὸν ὑπερήφανο, ἀκόμη καὶ νὰ ταπεινωθῆς καὶ νὰ τοῦ ζητήσης συγγνώμη, δὲν τὸν κάμπτεις· θὰ σοῦ πῆ: «ὑποκρίνεσαι!». 

Περισσότερα: Ὑπερηφάνεια, τὸ γενικὸ Ἐπιτελεῖο ὅλων τῶν παθῶν (Ἅγιος Γέροντας Παΐσιος)

 

Ἡ πάνυ ψυχωφέλιμη ὀμιλία τοῦ γέροντος Σάββα Ἀχιλλέως περὶ Προσευχῆς παρατίθεται ἐδῶ.

 

 

Εἰς τὴν σελίδα «Παντοκράτωρ» περιέχονται ψυχωφελεῖς κατηχήσεις/ὀμιλίες τοῦ μακαριστοῦ γέροντος Σάββα Ἀχιλλέως τοῦ καὶ κτίτορος τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίου Γεωργίου Καρέα, ἀπὸ ὅπου καὶ πήραμε τὴν παροῦσα ὀμιλία.

 

Κυκλοφόρησε [δωρεὰν] ἡ τρίτη ἔκδοση τοῦ βιβλίου γιὰ τὸν μακαριστό γέροντά μου Εὐδόκιμο, σὲ ἔγχρωμη μορφή. 

 

 

Ὁ Γέρων Εὐδόκιμος Μοναστερλῆς
Κτίτωρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης στὰ Δερβενάκια Κορινθίας
(1931-2004)
Σύντομος βίος καὶ διηγήσεις

Ἔκδοση 3η, Δερβενάκια 2019
ISBN: 978-618-00-1313-9

Περισσότερα: Ο Γέρων Ευδόκιμος Μοναστερλής (βιβλίο, pdf)

 

Ἡ ψυχωφέλιμη ὀμιλία τοῦ γέροντος Σάββα Ἀχιλλέως περὶ Ἐκκλησιασμοῦ παρατίθεται ἐδῶ.

 

 

Εἰς τὴν σελίδα «Παντοκράτωρ» περιέχονται ψυχωφελεῖς κατηχήσεις/ὀμιλίες τοῦ μακαριστοῦ γέροντος Σάββα Ἀχιλλέως τοῦ καὶ κτίτορος τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίου Γεωργίου Καρέα, ἀπὸ ὅπου καὶ πήραμε τὴν παροῦσα ὀμιλία.

 

Η μάνα μου η Λογγοβάρδα

Αναμνήσεις του Ηγουμένου της Ι. Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους

Αρχιμ. Γρηγορίου Ζουμή

20 Μαρτίου 2011

 

Ας τρέξουμε με γοργόφτερο κα­ράβι από την Πάτμο στην Πάρο. Αυτά τα δυο νησάκια δεν έμειναν πο­τέ απαράκλητα και ορφανά από πνευματικούς πα­τέρες. Φαίνεται, ο Θεός τα αγάπησε και δεν σήκωσε ποτέ από πάνω τους την φροντίδα Του. Την απο­κάλεσα μάνα, χωρίς να αισθάνομαι της υπερβολής το ατόπημα. Μάνα δεν είναι, μόνον αυτή πού κυοφορεί, τίκτει και θηλάζει, αλλά και εκείνη πού προστατεύει και φροντίζει τα μικρά πλάσματα, πού δεν μπορούν στους κινδύνους να υπερασπίσουν τον εαυ­τό τους. Ευθύς ως ποδάρωσα η Λογγοβάρδα υπήρξε για μένα το ξωμάντρι της ζωής μου. Έξι χρόνων προσκύνησα σ’ αυτό το άβατο Μοναστήρι. Αυτοί οι αρχαίοι μοναχοί, πού καθόλου δεν παρασάλευσαν την αρχαία τάξη του μοναχισμού, δεν άνοιξαν την πόρτα τους στον σύγχρονο πολιτισμό. Από το κανδήλι της Εκκλησίας μέχρι το φαγητό, την τράπε­ζα, το ρούχο και το φέρσιμο υπήρξαν οι δάσκαλοι μου στα μοναχικά σκάμματα.

-Μάνα, δεν το φορώ αυτό, είναι φανταχτερό, δεν φοράνε τέτοια στο Μοναστήρι.

-Μα δεν είσαι ακόμη μοναχός.

-Μη στεναχωριέσαι, μάνα θα γίνω.

Σ’ αυτό το φροντιστήριο εξασκήθηκαν και διακό­νησαν άνδρες σπουδαίοι, μεγάλης αυτοθυσίας, στολι­σμένοι με τις αρετές της αυτομεμψίας, της νηστείας, της ταπεινοφορίας, της συνεχούς προσευχής και πά­νω απ' όλα της ταπεινοφροσύνης, της τέλειας εξαφα­νίσεως από του κόσμου την θωριά. Εκείνο πού εύκολα διέκρινες ήταν η βαθειά μετάνοια των μο­ναχών. Τηρούσαν το «μη πολλοί διδάσκαλοι γίνεσθε». Τέτοια δυστυχία σ’ αυτό το Κοινόβιο δεν υπήρχε να ψάχνουν ακροατήριο να τους ακούσουν. Ό κάθε μοναχός δεν είχε κύκλο γνωστών, να λούζεται από τα βρωμόνερα των επαίνων. Σχεδόν και η ψαλ­μωδία και η ανάγνωση γινότανε απλή και ανεπιτήδευτη, για να μη σηκώνεται το φρύδι περισσότερο από κει πού το έθεσε ο Πλάστης. Κάθε επιτήδευση οι γέ­ροι δεν την επέτρεπαν στον χώρο τους. Γι’ αυτούς ήταν ανοικτή μπουκαπόρτα καραβιού, πού θα βου­λιάξει στα μανιασμένα κύματα της κενοδοξίας. Καμιά μυρωδιά δεν επέτρεπαν προτιμούσαν την ξινίλα της απλυσιάς. Ακόμη ούτε την ευωδιά των φυσικών λουλουδιών δεν επέτρεπαν στην Εκκλησία. Φοβότα­νε το «είτε αφή κατεμαλακίσθησαν, είτε όσφρησιν κατεθήλυναν» σαν μεγάλη πτώση. Το μαύρο ξεθω­ριασμένο ράσο, που μόνον μαύρο δεν ήτανε, ήταν ο επενδύτης τους. Κάμποτο βαμμένο στο καλύτερο κναφείο του κόσμου: τα καρυδόφυλλα. Το ηλιοκαμένο πρόσωπο τους, τα ροζιασμένα χέρια με τις φλέβες πε­ταμένες έξω, τα υποδήματα με τις άπειρες φόλες, η ζώνη η ματισμένη σε καταρράκωναν. Ελεεινολογούσες τον εαυτό σου. Χτυπούσες το στήθος, το εργα­στήριο των κακών. Που εκεί μαλακά φορέματα, τρυφερές χούφτες και περιποιημένη κόμμωση;

Περισσότερα: Η μάνα μου η Λογγοβάρδα - Αναμνήσεις του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου

Υποκατηγορίες