Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ὁ Γέρων Εὐδόκιμος Μοναστερλῆς

 

Ἀ --Το 2011 στὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Εὐδοκίμου, μετὰ τὴν θεία λειτουργία (περίπου 6 ἄτομα) πήγαμε στὸ μνῆμα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα. Ἔβαλαν λάδι καὶ λουμίνι καὶ ἐψάχναμε ὅλοι γιὰ ἀναπτῆρα ἢ σπίρτα. Ἀναπτῆρα εἴχε μόνο μιὰ κοπέλα ἡ ὁποῖα μόλις ἄναψε τὸ καντῆλι μᾶς εἶπε: εἶχα τηλεφωνήσει στὸν γέροντα ὅταν ἦταν στὸ νοσοκομεῖο στὸ Ναύπλιο (ἐργαζόμουν τότε στὴν Βόρειο Ἑλλάδα) «γέροντα νὰ ἔρθω νὰ πάρω τὴν εὐχή σου»; Ὁ γέροντας μοῦ εἶπε, τώρα παιδί μου ξέρω ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ ἔρθεις (ὁ γέροντας ἦταν στὸ νοσοκομεῖο τό 2004), ὅταν ὅμως θὰ ἔρθεις στὸ μοναστῆρι, ἐσὺ θὰ ἀνάψεις τὸ καντῆλι στὸ μνῆμα μου. Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε.

Πʹ — Πήγαμε στὸν Ἅη Σώστη νὰ κάνουμε τὴν Παράκληση τοῦ Ἁγίου Σώζοντος γιὰ δύο κορίτσια ποὺ εἶχαν καρκίνο. Στὸ τέλος ρωτάω τὸν γέροντα «τί εἴδατε;». Καὶ μοῦ εἶπε: «τὸ ἕνα θὰ πεθάνει, τὸ ἄλλο θὰ ζήσει». Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ πέθανε τὸ ἕνα κορίτσι.

Π — Μοῦ εἶπε ὁ π. τάδε, πνευματικό παιδί τοῦ γέροντα, ὅταν τὸν ἐρώτησα ἂν ἔχει «δεῖ» τὸν γεροντά μας μετὰ τὴν κοίμησίν του, ὅτι τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ γέροντας μὲ πλήρη τὴν ἱερατικὴ στολὴ συλλειτουργὼν ἀφώνως ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἐν ὥρᾳ τῆς Θείας Λειτουργίας.

Ἀ --Γιὰ κάποιο διάστημα ὅταν πήγαινα στὸ μοναστῆρι, μοῦ ἔλεγε ὁ γέροντας «μὲ τί ἤρθες;»; «Μὲ τὸ αὐτοκίνητο, γέροντα». «Πᾶμε νὰ μοῦ τὸ δείξεις», καὶ πηγαίναμε στὸ αὐτοκίνητο καὶ τὸ σταύρωνε ὁ γέροντας. Αὐτὸ συνέβη ἀρκετὲς φορές. Ἀργότερα τρακάρησα στὸ σημεῖο ποὺ σταύρωνε ὁ γέροντας, ἀλλὰ εὐτυχῶς μὲ μικροζημιές καὶ χωρὶς νὰ πάθω τίποτα.

 --Περίπου τό 2008 ἤμουν μὲ ἕνα φίλο στὸ Ἅγιον Ὅρος. Κοντὰ στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου σὲ μιὰ καλύβη (Κελλί Ὁσίου Χριστοδούλου, Μονῆς Κουτλουμουσίου) εἶναι ὁ Γέροντας Γαβριήλ τὸν ὁποῖον ἐπισκεφθήκαμε. Ἀπὸ ποὺ εἴστε παιδιά; Γέροντα ἀπὸ Ζάκυνθο καὶ ὁ φίλος μου ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Κορινθίας ποὺ λέγεται Χιλιομόδι. Καὶ ὁ γέροντας Γαβριὴλ: Μετὰ τὸ Χιλιομόδι εἶναι ἕνα χωριὸ ὁ Ἅγιος Βασίλειος, πιὸ πέρα εἶναι τὰ Δερβενάκια, ἐκεῖ κοντὰ εἶναι ἕνα μικρὸ μοναστήρι ποὺ τὸ ἔφτιαξε ἕνας ἱερομόναχος ποὺ τώρα ἔχει κοιμηθεῖ, ὀνόματι Εὐδόκιμος. Αὐτὸς παιδιὰ νὰ ξέρετε ὅτι ἦταν σὲ μεγάλα μέτρα ἁγιότητος.

Γ — Πήγαινε μιὰ κυρία στὸ μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Ἐφραῖμ στὴν Νέα Μάκρη, καὶ τῆς λέει ἡ γερόντισσα Μακαρία ποὺ βρῆκε τὸν Ἅγιο Ἐφραῖμ (ζοῦσε, τὴν πρόλαβα καὶ ἐγώ)· «Κορίτσι μου γιατὶ ἔρχεσαι ἐδὼ πέρα; Ἔχετε στὴν Κόρινθο τρεῖς πολὺ φωτισμένους ἀνθρώπους. Ἔχετε τὸν γέροντα Εὐδόκιμο στὰ Δερβενάκια, τὸν γέροντα Προκόπιο πέρα, καὶ τὸν παπα-Φάνη στὸν Ἄσσο τὸν ἱερέα . Νὰ πηγαίνεις ἐκεῖ, αὐτοὶ εἶναι πολὺ φωτισμένοι καὶ θὰ σὲ καθοδηγήσουν». Καὶ ἔτσι αὐτὴ ἡ κοπέλα μᾶς βρῆκε καὶ τὴν πήγαμε στὸν γέροντα.

πρεσβυτέρα Καλυψὼ Δημητριάδη --ἦταν διορατικός, γιατί νά τό κρύψουμε τό ξέρουν όλοι, καί ὅλα τά πνευματικοπαίδια του κάτω ἀπό τό πετραχεῖλι ἔχουνε νά ποῦν... ἔλεγε παιδί μου αὐτό πρέπει νά κάνεις κάν'το καί θά δεῖς, καί πραγματικά ἔλυνε προβλήματα χιλιάδων ἀνθρώπων ὅπως καί τά δικά μου.

Πʹ — Μοῦ διηγήθηκε ὁ γέροντας: Εἶχα πάει ἐπίσκεψη στὸν Ἅγιο Νεκτάριο στὴν Αἴγινα νὰ προσκυνήσω, καὶ μοῦ εἶπε ἡ γε-ρόντισσα «νὰ κοιμηθεῖτε ἐδὼ ἀπόψε». Καὶ τῆς εἶπα θὰ ἤθελα νὰ μείνω στὸ δωμάτιο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Τὸ βράδυ, ἐνὼ καθό-μουν στὸ κρεβάτι τοῦ Ἁγίου καὶ ἔκανα τὴν Παράκλησή του, ἀκούω περπατήματα ἀπὸ βαθιά, καὶ ἐρχόταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος μὲ τὶς παντόφλες του σιγά σιγά, καὶ μοῦ εἶπε: «Εὐδόκιμε, ἦρθα νὰ σὲ δῶ, καὶ σὲ εὐχαριστῶ ποὺ ἤρθες» καὶ ἐξαφανίστηκε.

κ. Ἀ --Ὅταν ὁ γέροντας ἦταν στὸ νοσοκομεῖο, κάποια στιγμὴ πολλοὶ αἰσθανθήκαμε μιὰ ἄρρητη εὐωδία στὸ μοναστήρι. Έπικοινωνήσαμε μὲ τὸ νοσοκομεῖο καὶ μᾶς εἴπαν ὅτι ὁ Γέροντας κοιμήθηκε!

Γ — Ὅταν πήγανε τὸν γέροντα, μικρὸ παιδάκι δεκατριῶν ἐτῶν στὸ νοσοκομεῖο, στὴν κατοχή, χτυπημένο ἀπὸ τὴν νάρκη, εἶδε τὴν Παναγία ζωντανὴ σὲ ὄραμα καὶ τοὺ εἶπε ἐπὶ λέξει «ἐσὺ θὰ μὲ ὑπηρετήσεις». Καὶ ἔλεγε ὁ γέροντας, «ἐγὼ ἔχω δεῖ ὄραμα τὴν Παναγία, ἡ Παναγία μὲ κάλεσε».

Πʹ — Τὸν Ὀκτώβρη τοῦ 1992 πήγαμε προσκύνημα στὰ Ἱεροσόλυμα μιὰ ὀμάδα ἀπὸ 33 ἄτομα. Ὁ γέροντας κάποια στιγμὴ μᾶς εἶπε «τώρα θὰ πᾶμε στῆς Παναγίας τὸν Τάφο». Κάποια στιγμὴ μέσα στὸν Τάφο τῆς Παναγίας, τὸ βλέμμα τοῦ γέροντα ἄλλαξε σὰν κάτι νὰ «ἔβλεπε». Ἐγὼ μετά τοῦ λέω: «Γέροντα τί εἴδατε; Θα μοῦ πεῖτε τί εἴδατε». Καὶ ὁ γέροντας· «Εἶδα τὴν Παναγία ὄρθια μὲ τὰ χέρια Της πάνω ἀνοιχτὰ καὶ μοῦ εἶπε 3 φορές: Προσεύχου, Εὐδόκιμε, προσεύχου».

Γ — Ὁ γέροντας εἶχε κάνει πολλὲς γεωτρήσεις μὲ γεωτρύπανο γιὰ νὰ βρεῖ νερὸ στὸ μοναστῆρι του. Καὶ δὲν ἔβρισκε τίποτα. Ἕνα ἀπόγευμα ποὺ πήγαμε μὲ τὴν σύζυγό μου νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε βλέπω πάλι μέσα τὸ γεωτρύπανο, καὶ τοῦ λέω: «Γέροντα πάλι; Θὰ τὸ κάνεις σουρωτήρι τὸ χωράφι, ἀφοῦ δὲν ἔχει νερό». Καὶ μοῦ ἀπαντάει: «Αὔριο θὰ βρῶ νερό». Μετὰ ποὺ καθήσαμε στὸ τραπέζι μοῦ λέει: «Εἶδα τὴν Παναγία, καὶ μοῦ εἶπε θὰ πάω νὰ χτυπήσω ἐκεῖ πάνω καὶ θὰ βρῶ νερό. Μοῦ ὑπέδειξε τὸ μέρος». Τὴν ἄλλη μέρα πάω πάλι στὸ μοναστῆρι, ποτάμι νερό ! Καὶ μοῦ εἶπε ὁ γέροντας: «Βλέπεις; Πήγαινε νὰ δοξάσεις τὴν Παναγία! Πήγαινε μέσα νὰ προσευχηθεῖς γιατὶ δὲν μὲ πίστεψες».

π. Ἠ. — Εἶχε πάει ἕνας δαιμονισμένος στὸν γέροντα καὶ τοῦ εἶπε: τί νὰ σοῦ κάνω, ποὺ ἔχεις τὴν Παναγία καὶ σὲ προστατεύει!

Π --Εἴχαμε πάει μὲ τὸν γέροντα νὰ ἀγοράσουμε κάποια πράγματα. Καὶ ἔρχεται ἕνας ἐργάτης νὰ τὸν χαιρετίσει, καὶ τοῦ εἶπε ὁ γέροντας: Ἐσὺ κάνεις δύο ἁμαρτίες, μία μικρὴ καὶ μία μεγάλη. Ἡ μία ὅτι δὲν ἔρχεσαι στὸ μοναστήρι, καὶ ἡ ἄλλη ὅτι πᾶς καὶ κοιμᾶσαι μὲ παντρεμμένη. Ὁ ἐργάτης δὲν ἔβγαλε ἄχνα.

Γ — Ἕναν γνωστό μου τὸν πήγανε σὲ κορυφαῖο ἰδιωτικὸ νοσοκομεῖο στὴν Ἀθήνα, μὲ ὄγκο, καρκίνο στὸ κεφάλι. Οἱ γιατροὶ εἴπανε ἂν τὸν ἀνοίξουν θὰ πεθάνει στὸ χειρουργεῖο, ἂν δὲν τὸν ἀνοίξουν θὰ πεθάνει μέσα σὲ δέκα μέρες. Φεύγουμε ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο καὶ πᾶμε κατευθείαν στὸν γέροντα. Καὶ εἶπε ὁ γέροντας: «Θὰ τὸν πάρετε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ θὰ τὸν πᾶτε σὲ ἄλλο νοσοκομεῖο, θὰ τὸν ἐγχειρήσουν καὶ θὰ ζήσει». Πράγματι τοὺς εἶπα καὶ τὸν πήγανε σὲ ἄλλο (δημόσιο) νοσοκομεῖο καὶ βρέθηκε ἕνας γιατρὸς καὶ  τὸν ἐγχείρησε. Ἐγὼ πίσω στὸν γέροντα. Γέροντα τί γίνεται; Τί θὰ κάνουμε; Καὶ μοῦ λέει ὁ γέροντας: «Θὰ ζήσει δυόμιση χρόνια, καὶ στὰ δυόμιση χρόνια θὰ πεθάνει, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ πεῖς σὲ κανένα». (Ἐγὼ τὸ εἶπα σὲ ἕναν, γιατὶ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ κρατήσω μέσα μου, καὶ ὁ γέροντας τὸ «ἔμαθε» καὶ μὲ ἐπέπληξε). Τελικὰ σὲ δυόμιση χρόνια πέθανε ὁ γνωστός μου, ὅπως εἶχε προείπει ὁ γέροντας.

Ἕνας ἀδελφός εἶπε — Ὅταν ἤμουν φοιτητής, δὲν χτύπησα μερικὰ εἰσητήρια στὶς Συγκοινωνίες. Μετὰ ἀπό ἐννέα χρόνια μοῦ σπάσανε τὸ αὐτοκίνητο καὶ μοῦ κλέψανε τὸ σύγχρονο ράδιο ποὺ εἶχα. Τὸ ἴδιο βράδυ καθὼς ἤμουν στενοχωρημένος, αὐτόματα, μοῦ ἦρθε ἡ ἐνθύμιση τῶν εἰσητηρίων. Ρωτάω τὸν γέροντά μου, ἀπὸ αὐτὸ μοῦ κλέψανε τὸ ράδιο; Καὶ μοῦ ἀπάντησε «ναί».

Π --Κάποιο πνευματικὸ παιδὶ τοῦ γέροντά μου ἔφερε μαζί του ἕναν φίλο του. Ὁ γέροντάς πιάνοντάς του ἁπλὰ τὸ χέρι του (στὸν καρπό) τοῦ εἶπε μερικὲς ἁμαρτίες του, καὶ τὸ παιδὶ ἀπαντοῦσε καταφατικά.

Π --Στίς ἀρχές τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μοῦ ἔφερνε ὁ διάβολος φαντασίες καί μέ φόβιζε. Ὅταν τό εἶπα στόν γέροντα, μοῦ ἀπάντησε ὅταν συμβαίνει αὐτό νά μοῦ φωνάζεις (καί ἡ ἀπόστασή μας ἦταν πολλὲς ὥρες μέ τό ἀεροπλάνο!). Καί ἐγῶ ὅποτε μέ φόβιζε ὁ πονηρός ψιθύριζα μέσα μου σιγά-σιγά «γέροντα βοήθησέ με», καὶ ὅντως τὶς ἔδιωχνε ὁ γέροντας τὶς φαντασίες κατὰ τρόπον τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω. Ἐπίσης ὅταν μετά ἀπό λίγες μέρες τόν εἶχα πάρει τηλέφωνο, μοῦ εἶπε «νά μοῦ φωνάζεις δυνατά» (σ.σ. τό «γέροντα βοήθησέ με»!)

Π --Ὁ γέροντάς μου μοῦ εἶπε «Ἱκετευτικὰ νὰ παρακαλᾶς τὸν Κύριο».

Π --Εἴχα πάει στὸ Πανεπιστήμιο, καὶ στὸν διάδρομο τῆς Σχολῆς ποῦ περπατοῦσα ἔβλεπα μπροστά μου τὸ πρόσωπο τοῦ γέροντά μου. Τὸ εἶπα κατόπιν στὸν γέροντα, καὶ μοῦ εἶπε εἶναι ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀγάπη ποῦ σοῦ ἔχω.

Π --Καθόμουν διάβαζα σπίτι μου γιὰ τὸ διδακτορικό μου, καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ ποῦ τεντώθηκα γιὰ νὰ ξεκουραστῶ κοίταξα τὴν φωτογραφία τοῦ γέροντά μου, μοῦ εἶπε ὁ λογισμὸς (σὰν νὰ μοῦ μίλαγε ὁ γέροντάς μου ἀπὸ τὴν εἰκόνα)· σὲ βλέπω! Τὸ εἶπα στὸν γέροντά μου καὶ μοῦ εἶπε «σὲ ἀγαπάω πολύ».

Π --Ὁ γέροντας τὴν ἡμέρα ποῦ κοιμήθηκε (πρὶν κοιμηθεῖ) εἶπε στὴν γερόντισσα· νὰ φτιάξετε πολὺ φαῒ γιατὶ αὔριο θὰ 'χουμε κόσμο πολύ.

πρεσβυτέρα Καλυψὼ Δημητριάδη --3/5/2004, Ρ/Σ τῆς Ἐκκλησίας

«ἔφυγε ἀπὸ κοντά μας ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος ποὺ στήριζε ἐπὶ χρόνια χιλιάδες ψυχές», «συγκλονιστήκαμε στην κηδεία του, ήταν χιλιάδες κόσμου»

Π --Εἶδα ἕνα ὄνειρο ὅπου ἐγὼ ἦμουν σὲ μέγεθος μικροῦ παιδιοῦ, καὶ ὁ γέροντας μου εἴχε ἀνάστημα γίγαντος· τοῦ ἔφθανα ίσως μέχρι το γόνατο. Τὸ εἶπα στὸν γέροντα καὶ ταπεινὰ μοῦ εἶπε (ὅσο θυμάμαι) «ἐγὼ εἶμαι μικρός».

Π --Εἶχα διαβάσει σὲ κάποιο βιβλίο ὅτι κάποιος γέροντας τὴν συντόμεψε ἀκόμη περισσότερο τὴν εὐχή, π.χ. Κύριε ἐλέησόν με. Τὸ εἶπα στὸν γέροντά μου καὶ μοῦ εἶπε νὰ τὴν λές: «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», καὶ ἐπέμεινε στὸ «ἡμῶν» λέγοντας Κύριος ποιανοῦ;

ἀνώνυμος --Ὅταν ἤμουν στὸ Πανεπιστήμιο, ὁ γέροντας μοῦ εἶπε νὰ λέω τὴν εὐχὴ καὶ ὅταν διαβάζω. Γίνεται τοῦ λέω; Γίνεται μοῦ λέει! Στὴ ἀρχὴ καταλάβαινα μισὰ ἢ καὶ καθόλου ἀπὸ ὅτι διάβαζα γιὰ τὴ σχολή, καὶ τὸ μυαλὸ πήγαινε πότε στὸ βιβλίο πότε στὴν εὐχή. Ἦταν πολὺ δύσκολα, γιατὶ ποὺ θὰ πάει ἡ προσοχὴ στὸ βιβλίο ἢ στὴν ευχή; Ἀργότερα Χάριτι Θεού καὶ εὐχῇ τοῦ γέροντός μου κατέστη δυνατὸ καὶ τὸ διάβασμα καὶ παράλληλα ἡ εὐχή.

ἀνώνυμος --Ἔλεγα τὴν εὐχὴ μέσα ἀπὸ τὰ χεῖλη γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα, καὶ ὁ γέροντας κάποια στιγμὴ μοῦ εἶπε τὴν εὐχὴ νὰ τὴν λὲς μὲ εἰσπνοὴ καὶ ἐκπνοή.

ἀνώνυμος --Ὁ γέροντας μοῦ εἶπε ὅτι γιὰ νὰ γίνει ἡ νοερὰ προσευχή καρδιακή παίρνει πολύ χρόνο. Καὶ ὅταν ἀποκτήσεις τὴν καρδιακὴ προσευχή αἰσθάνεσαι πόνο στὴν καρδιά.

Π --Μοῦ πονάγανε πολὺ τὰ χέρια ἀπὸ τὴν πολλὴ πληκτρολόγηση καὶ παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μοῦ τὰ θεραπεύσει. Καὶ παίρνω τὸν γέροντά μου τηλέφωνο καὶ τοῦ εἶπα ὅτι παρακαλῶ τὸν Κύριο νὰ μοῦ θεραπεύσει τὰ χέρια. Καὶ μοῦ ἀπάντησε, ἐδῶ οἱ Ἅγιοι παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ νὰ τοὺς στείλει ἀσθένειες, καὶ ἐσὺ παρακαλεῖς νὰ σὲ κάνει καλά; Ἄς εἶναι, εἶσαι μικρὸς ἀκόμη, τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ νὰ σὲ θεραπεύσει. Καὶ ὅντως ἐκ θαύματος τὰ χέρια μου θεραπεύτηκαν.

Π --Ἔλεγα στὸν γέροντα νὰ ἀγοράσω καὶ νὰ διαβάσω τὸ Πηδάλιον, καὶ μοῦ εἶπε ὄχι τώρα, μετὰ ἀπὸ 3 χρόνια.

Π --Ὅταν μὲ γύρισε ὁ Θεὸς κοντά του καὶ ἐπισκέφθηκα τὸν γέροντα, μοῦ εἶπε «προσευχόμουν γιὰ σένα».

Π --Ἦταν νὰ πάω σὲ ἕνα μοναστήρι, καὶ μοῦ εἶπε ὁ γέροντάς μου προτοῦ πάω, «θέλω νὰ προσευχηθεῖς ὅσο πιὸ πολὺ μπορεῖς». Τελικὰ στὸ μοναστήρι μοῦ ἐπιτέθηκε σφόδρα (φραστικῶς) ἕνας μοναχὸς κατὰ τοῦ ἁγίου γέροντός μου.

Π --Μὲ πείραζε ὁ πονηρὸς γιὰ τὸν γέροντά μου μὲ λογισμούς, καὶ τοῦ ἐναντιωνόμουν καὶ στὸ τέλος μοῦ εἶπε: «τὶ νὰ σοῦ κάνω ρρεεέ ποὺ ἔχεις ἅγιο γέροντα!».

ἀνώνυμος --Ὅταν εἶχα πειρασμὸ στὸν ὕπνο μου (εἶχα ξυπνήσει καὶ δὲν μὲ ἄφηνε νὰ κοιμηθῶ), ὁ γέροντάς μου μοῦ εἶπε: «νὰ σηκωθεῖς, νὰ γονατίσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις τὸν Κύριο, νὰ σὲ ἀπαλλάξει ἀπὸ αὐτὸν τὸν πειρασμό».

Π --Εἶχα ἀρρωστήσει καὶ δὲν μποροῦσα νὰ καταπιῶ καλά, καὶ εἶχα δίλημμα νὰ πάω γιατρό (μήπως ἦταν ἱὸς) ἤ ὄχι. Παίρνω τὸν γέροντα τηλέφωνο (διότι ἤμουν ὥρες μακρυά του) καὶ τὸν ρωτάω νὰ πάω γιατρό, καὶ μοῦ ἀπαντάει δὲν εἶναι τίποτα ἀπὸ τὰ πολὺ κρύα νερά εἶναι, νὰ μὴν πᾶς σὲ γιατρό. Καὶ ὅντως ἔτσι ἦταν.

Π --Μὲ πόναγε ἡ μέση καὶ παίρνω τὸν γέροντα τηλέφωνο (διότι ἤμουν ὥρες μακρυά του μὲ τὸ ἀεροπλάνο) γιὰ νὰ τὸν ρωτήσω νὰ πάω σὲ γιατρό. Ὅταν τοῦ εἶπα: «γέροντα μὲ πονάει ἡ μέση μου», μοῦ ἀπάντησε «Δὲν εἶναι τίποτα. Ὑπερκόπωση εἶναι». Καὶ ὅντως ἔτσι ἦταν.

Π --Ἤμουν μακρυὰ καὶ γιὰ μεσημεριανὸ πῆρα καφὲ καὶ δύο γλυκά νὰ φάω (δηλαδὴ ἄθλιο ὑποκατάστατο φαγητοῦ ἔφαγα). Ὅταν ἔφαγα τὰ γλυκὰ πῆρα τηλέφωνο τὸν γέροντά μου καὶ μὲ ρώτησε «τρῶς καλὰ ἐκεῖ πέρα;»

Ε --Στὴν δουλειὰ ὁ ἐκτυπωτὴς παρουσίαζε προβλήματα. Ἀφοῦ νευρίασα τὸν χτύπησα τὸν ἐκτυπωτὴ καὶ τὸν χάλασα. Ὅταν πῆγα στὸ μοναστῆρι χωρὶς νὰ πῶ τίποτα στὸν γέροντα γιὰ τὸ περιστατικό, μοῦ λέει: «τὶ σοῦ ἔφταιγε τὸ μηχάνημα;»

Π --Μὲ πόνεσε πολὺ ἡ πλάτη μου ἕνα βράδυ στὴν δουλειὰ καὶ πῆγα σπίτι νὰ ξεκουραστῶ. Τὴν ἐπόμενη μέρα τὸ εἶπα στὸν γέροντα (καὶ πῆγα νὰ τὸν ρωτήσω γιὰ νὰ πάω σὲ γιατρό) καὶ μοῦ εἶπε «μὴ φοβᾶσαι νευροκαβαλίκευμα ἦταν».

Π --Εἶπα στὸν γέροντα ὅτι θὰ πάω σὲ ἕνα συνέδριο σὲ μιὰ χώρα τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ μὲ ρώτησε τὶ ὥρα εἶναι ἡ τιμητική σου (δηλ. ἡ παρουσίασή μου) καὶ τοῦ ἀπάντησα κατὰ τὶς 11-12:30. Καὶ μοῦ εἶπε «μαζί σου θὰ εἶμαι».

Π --Ὁ γέροντας εἶπε τὴν Κυριακὴ τὰ λέμε ὅλα (σημ. ἐννοοῦσε στὶς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας).

ἀνώνυμος --Στενοχωριόμουν πάρα πολὺ ποὺ ἓνα συγγενικό μου πρόσωπο ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν ἤταν τόσο κοντὰ στὸν Θεό. Καὶ τὸ συμβούλευα, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ πρόσωπο δὲν μὲ ἄκουγε. Τὸ εἶπα στὸν γέροντά μου καὶ μοῦ εἶπε· ἐσὺ νὰ κοιτᾶς τὸν «ὄνομά μου». Καὶ τοῦ ἀπάντησα· ἀφοῦ συγγενικό μου πρόσωπο εἶναι. Καὶ μοῦ εἶπε ὁ γέροντάς μου· τὸν «τὸ ὄνομα τοῦ συγγενικοῦ μου προσώπου» θὰ τὸν ἀναλάβω ἐγώ. (Ὅντως, τὸ συγγενικό μου πρόσωπο πρὶν κοιμηθεῖ ὁ ἅγιος γέροντάς μου πῆρε στροφὴ καὶ ἤρθε πολὺ κοντά στὸν Θεό). 

Γ --Πῆγα ἔκανα ἐγχείρηση γιὰ νὰ βγάλω ἕναν ὄγκο πίσω στὴν πλάτη, καὶ μετὰ εἶχα λογισμοὺς ἂν μοῦ προξενήσει προβλήματα. Πάω στὸν γέροντα μετὰ ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ χωρὶς νὰ τοῦ ἔχω πεῖ τίποτα γιὰ τὴν ἐγχείρηση, μὲ ἀκουμπάει ἀκριβῶς στὸ σημεῖο τῆς ἐγχείρησης λέγοντάς μου "μὴ φοβᾶσαι ἐδὼ δὲν ἔχεις τίποτα".

Π --Εἶπα στὸν γέροντα, ὅτι παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μοῦ δώσει χαρίσματα (διάφορα) καὶ μοῦ εἶπε μὴ ζητᾶς χαρίσματα, αὐτὰ εἶναι δῶρο Θεοῦ. Ἐσὺ νὰ ζητᾶς νὰ Σοῦ χαρίσει ἰάματα ψυχικά.

Π --Εἶχα πεῖ στὸν γέροντα, ἀφοῦ ὁ διάβολος εἶναι κακὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ του, τὶ τοὺς θέλει τοὺς μάγους; Καὶ μοῦ ἀπάντησε, ὁ ἄνθρωπος εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν διάβολο.

ἀνώνυμος --...ἄλλη φορὰ ὅταν κάπως μίλησα στὸν γέροντά μου γιὰ νὰ βάλω κανόνα στὸν ἑαυτό μου (τὸ εἴχα κάνει ἤδη παλιά...), μοῦ εἶπε «μὴ κάνεις τέτοια».

Π --Εἶπε ὁ γέροντάς μου: «Ἡ γλῶσσα τῶν Ἀγγέλων εἶναι ἡ Ἑλληνική».

Π --Στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου πατρός μου (ἀρκετὰ μετὰ τὸ Πάσχα), μοῦ λέει ἡ γερόντισσα Χρυσοστόμη «θέλεις νὰ δεῖς θαῦμα»; Ναὶ τῆς λέω. Πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ κοίτα τὸ ἀκάνθινο Στεφάνι στὸν Σταυρό. Πάω καὶ βλέπω τὸ Στεφάνι τοῦ Κυρίου ἀνθισμένο!

Π --Ὁ γέροντάς μου μοῦ εἶπε ὅτι οἱ Καθολικοὶ θὰ γυρίσουν στὴν Ὀρθοδοξία πρὶν τὸν Ἀντίχριστο, κατὰ τὸ «καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς Ποιμήν».

Π --Πῆρα τό 2004 τηλέφωνο τὸν (μακαριστὸ πλέον) γέροντα Μάρκο Μανώλη (χωρὶς νὰ τὸν ξέρω, ἀπλὰ ὁ γέροντάς μου μοῦ εἴχε μιλήσει γιὰ αὐτόν) γιὰ νὰ τοῦ πῶ ὅτι κοιμήθηκε ὁ γέροντάς μου καὶ νὰ γράψουν κάτι γιὰ αὐτὸν στὸν Ὀρθόδοξο Τύπο. Μόλις τοῦ εἶπα ὅτι κοιμήθηκε ὁ γέροντάς μου Εὐδόκιμος ἀπὸ τὴν Κόρινθο, ἄκουσα νὰ λέει: «Πωωωωωωώ!!! Τὶ λὲς τώρα; Πῶς ἔγινε;».

 

Εῖπε ὁ Γέροντας

«Αὐτὸς (ὁ διάβολος) μισεῖ τὸν ἄνθρωπο, ὅσο δὲν μπορεῖ νὰ φανταστεῖ ὁ ἄνθρωπος τὶ εἴδους μίσος εἶναι αὐτό».

«μετάνοια καὶ ἀγάπη λείπουν ἀπὸ τὸν διάβολο».

Ὁ γέροντάς εἶπε γιὰ τὸν πονηρό: «Αὐτὸς λέει πολλά».

«Ὁ μιλήσας πολλάκις μετανοήσας, ὁ δὲ σιωπήσας ποτέ».

«ἀργολογία μήτηρ πάσης κακίας».

«Ἱκετευτικὰ νὰ παρακαλᾶς τὸν Κύριο».

«μὴν ἀφήνεις τὸν λογισμὸ νὰ πηγαίνει ἀπὸ 'δῶ καὶ ἀπὸ 'κεῖ».

Γιὰ νὰ γλυτώσει κάποιος ἀπὸ ἕναν μέγιστο πειρασμὸ ὁ γέροντας εἶπε: «Τοῦτο τὸ γένος δὲν ἐκπορεύεται παρὰ μὲ Νηστεία καὶ Προσευχή»!

 

------------------

keywords: Γέρων Ευδόκιμος Μοναστερλής, Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Δερβενάκια Κορινθίας, Γέροντας Ευδόκιμος Μοναστερλής.