Εκτύπωση

ἀπὸ τὸ βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου Λόγοι Ε' - Πάθη καὶ Ἀρετές, ἔκδ. α' 2006, Ἱεροῦ Ἠσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστῆς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, σ. 59 κ.ἐ..

ὀρισμένα ἀποσπάσματα (στὸ τέλος ὑπάρχει τὸ κεφάλαιο ἠχογραφημένο):

– Γέροντα, ἔχω ζήλεια, μνησικακία, κατακρίνω, θυμώνω... – Ἡ ζήλεια, ἡ κατάκριση, ὁ θυμός, ἡ μνησικακία κ.λπ., ὅλα ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ξεκινοῦν. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ Γενικὸ Ἐπιτελεῖο ὅλων τῶν παθῶν. Ἂν λοιπὸν χτυπήσης τὴν ὑπερηφάνεια, χτυπᾶς ὅλα τὰ πάθη καὶ ἔρχεται μέσα σου ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη. Γι᾿ αὐτό, νομίζω, ἀρκετὸ εἶναι νὰ ἀσχοληθῆς ἢ μᾶλλον νὰ ἀνοίξης μέτωπο μάχης μὲ τὴν ὑπερηφάνεια· νὰ στρέψης ὅλα τὰ πυρὰ πρὸς τὸ κάστρο τῆς ὑπερηφανείας, τὸ ὁποῖο μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό.

– Γέροντα, μὲ ποιόν συγγενεύει ὁ ὑπερήφανος; – Μὲ τὸν ἔξω ἀπὸ ᾿δῶ, μὲ τὸν διάβολο... Ἂν καὶ εὐκολώτερα κάμπτεται ὁ διάβολος παρὰ ὁ ὑπερήφανος. Γιατὶ τὸν δαίμονα τὸν κάμπτεις, ἂν ταπεινωθῆς, ἐνῶ τὸν ὑπερήφανο, ἀκόμη καὶ νὰ ταπεινωθῆς καὶ νὰ τοῦ ζητήσης συγγνώμη, δὲν τὸν κάμπτεις· θὰ σοῦ πῆ: «ὑποκρίνεσαι!». 

– Ἐγώ, Γέροντα, δὲν καταλαβαίνω νὰ ὑπερηφανεύωμαι γιὰ κάτι συγκεκριμένο. – Τότε θὰ ὑπάρχη μέσα σου μιὰ γενικὴ ὑπερηφάνεια. Πολλὲς φορὲς ὁ διάβολος τὰ παρουσιάζει ὅλα καμουφλαρισμένα καὶ δὲν παίρνει ὁ ἄνθρωπος εἴδηση, ὅταν ἐνεργῆ ὑπερήφανα. Ἂν ὅμως παρακολουθῆ καὶ ἐξετάζη τὸν ἑαυτό του, βλέπει ποῦ ἐνήργησε μὲ ὑπερηφάνεια. Μπορεῖ νὰ μὴν καταλαβαίνη ὅλη τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ ἔχει, ἀλλὰ λίγο θὰ τὴν καταλαβαίνη. Θὰ δῆ ὅτι νιώθει μέσα του μιὰ ἐγωιστικὴ ἱκανοποίηση, μιὰ ὑπεροχὴ ἀπέναντι στοὺς ἄλλους.  

– Καὶ ὅταν, Γέροντα, κάποιος δὲν μπορῆ νὰ καταλάβη καθόλου ὅτι ἔχει ὑπερηφάνεια, τί γίνεται; – Τότε λειτουργοῦν οἱ πνευματικοὶ νόμοι. Ὑπερηφανεύεται, πέφτει καὶ ταπεινώνεται. Ξανὰ ὑπερηφανεύεται, πάλι πέφτει, πάλι ταπεινώνεται. Καὶ συνεχίζεται ἡ ἴδια κατάσταση σὲ ὅλη του τὴν ζωή, ὑπερηφάνεια‐ταπείνωση, ὑπερηφάνεια‐ταπείνωση. Αὐτὴ ἡ ταπείνωση δὲν εἶναι ἀρετή· εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν πνευματικῶν νόμων ποὺ λειτουργοῦν. Ταπεινώνεται δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ τὸ θέλη καὶ χωρὶς νὰ βγαίνη τίποτε. Ὑπάρχει μιὰ στασιμότητα· τοῦ δίνεται μόνον ἡ εὐκαιρία νὰ καταλάβη ὅτι δὲν πάει καλά. 

– Μοῦ εἴπατε, Γέροντα, ὅτι ἔχω κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Ποιά εἶναι ἡ κρυφὴ ὑπερηφάνεια; – Εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ ὑπερηφάνεια. Καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ὑπερηφάνεια εἶναι πολὺ χειρότερη ἀπὸ τὴν ἐξωτερική. 

– Γέροντα, τί διαφορὰ ἔχει ἡ ἐξωτερικὴ ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ὑπερηφάνεια; – Ἡ ἐξωτερικὴ ὑπερηφάνεια φαίνεται καὶ θεραπεύεται εὔκολα. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἐξωτερικὴ ὑπερηφάνεια φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰ ροῦχα του καὶ ἀπὸ τὸ περπάτημά του καὶ ἀπὸ τὴν ὁμιλία του, καὶ ἔτσι μπορεῖ κανεὶς νὰ τοῦ πῆ καμμιὰ κουβέντα καὶ νὰ βοηθηθῆ. Ἐνῶ ἡ κρυφὴ ὑπερηφάνεια εἶναι πολὺ ὕπουλη καὶ γι᾿ αὐτὸ δύσκολα θεραπεύεται. Κρύβεται καὶ δὲν τὴν βλέπουν οἱ ἄλλοι· μόνον ἕνας πεπειραμένος μπορεῖ νὰ τὴν καταλάβη. Ἡ κρυφὴ ὑπερηφάνεια συνήθως ὑπάρχει στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τότε, ἐνῶ ἔχουν ἐξωτερικὰ σχήματα ταπεινά, σχήματα εὐλαβείας, μέσα τους κρύβουν τοῦ κόσμου τὴν ὑπερηφάνεια ! 

– Τί θὰ μὲ βοηθήση, Γέροντα, νὰ καταλάβω ἂν ἔχω κρυφὴ ὑπερηφάνεια καὶ νὰ ἀγωνισθῶ νὰ τὴν διώξω; – Ἂν κάνης, ἂς ὑποθέσουμε, ἕναν πνευματικὸ ἀγώνα καὶ σοῦ λέη ὁ λογισμὸς ὅτι κάνεις κάτι σπουδαῖο, εἶσαι ἐνάρετη κ.λπ., σίγουρα ὑπάρχει μέσα σου ὑπερηφάνεια, ἀλλὰ τὴν κρύβεις. Ἂν λοιπὸν προσέξης, θὰ δῆς ὅτι νιώθεις μιὰ ἱκανοποίηση ψεύτικη. Γιὰ νὰ φύγη ἡ κρυφὴ ὑπερηφάνεια, πρέπει νὰ σιχαθῆς αὐτὸ τὸ ψεύτικο καὶ νὰ τὸ πετάξης. Αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἐξωτερικὴ ὑπερηφάνεια, τοὺς σιχαίνονται οἱ ἄλλοι, καὶ ἔτσι μποροῦν νὰ διορθωθοῦν· ἐνῶ, ὅσοι ἔχουν ἐσωτερική, κρυφή, ὑπερηφάνεια, πρέπει οἱ ἴδιοι νὰ σιχαθοῦν τὸν ἑαυτό τους, γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ αὐτήν. Ἀλλά, καὶ ὅταν δίνης στοὺς ἄλλους τὸ δικαίωμα νὰ σοῦ κάνουν παρατηρήσεις, αὐτὸ θὰ σὲ βοηθήση, γιατὶ θὰ βγῆ ἔξω ἡ κρυφὴ ὑπερηφάνεια, θὰ φανερωθῆ καὶ σιγὰ‐σιγὰ θὰ φύγη.  

– Γέροντα, ἄλλο πάθος εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἄλλο ὁ ἐγωισμός; – Ἡ ὑπερηφάνεια, ὁ ἐγωισμός, ἡ κενοδοξία κ.λπ., ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἔπαρση ποὺ εἶναι ἑωσφορικὸς βαθμός, εἶναι τὸ ἴδιο πάθος μὲ μικρὲς διαφορὲς καὶ διαβαθμίσεις. Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι τὸ ἀναρχικὸ παιδὶ τῆς ὑπερηφανείας· δὲν τὸ βάζει κάτω, ἐπιμένει. Ὅπως ὅμως τὰ δένδρα ποὺ δὲν λυγίζουν, σπάζουν τελικὰ ἀπὸ τὸν ἀέρα, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἐγωισμό, ἐπειδὴ δὲν κάμπτεται, σπάζει τελικὰ τὰ μοῦτρα του. Μεγάλο κακὸ ὁ ἐγωισμός! Ἐνῶ καὶ ἀνάπαυση δὲν ἔχει ὁ ἐγωιστής, πάλι ἐπιμένει! Δὲν βλέπεις, ὁ Ἄρειος; Ὅταν ἡ μητέρα του τοῦ εἶπε: «καλά, τόσοι λένε ὅτι σφάλλεις· δὲν τὸ καταλαβαίνεις;», «ναί, τὸ ξέρω, τῆς ἀπάντησε, ἀλλὰ πῶς νὰ ὑποταχθῶ σ᾿ αὐτούς;». Ὁ ἐγωισμός του δὲν τὸν ἄφηνε νὰ παραδεχθῆ τὸ λάθος του. – Καὶ δὲν τὸν ἀπασχολοῦσε, Γέροντα, ποὺ εἶχε παρασύρει τόσον κόσμο στὴν αἵρεση; – Ὄχι, δὲν τὸν ἀπασχολοῦσε. «Ἂν παραδεχθῶ ὅτι σφάλλω, ἔλεγε, θὰ ἐξευτελισθῶ καὶ στοὺς ὀπαδούς μου». Καὶ ὅσο καταλάβαινε ὅτι κάνει λάθος, ἄλλο τόσο ζοριζόταν νὰ τοὺς πείση ὅτι εἶχε δίκαιο. Φοβερὸ πράγμα ὁ ἐγωισμός!  

– Σὲ τί διαφέρει, Γέροντα, ὁ ἐγωιστὴς ἀπὸ τὸν ὑπερήφανο; – Ὁ ἐγωιστὴς ἔχει θέλημα, πεῖσμα, ἐνῶ ὁ ὑπερήφανος μπορεῖ νὰ μὴν ἔχη οὔτε θέλημα οὔτε πεῖσμα. Ἂς ποῦμε ἕνα παράδειγμα: Στὴν ἐκκλησία προσκυνᾶτε τὶς εἰκόνες μὲ μιὰ σειρά· ἡ καθεμιὰ ξέρει τὴν σειρά της. Μιὰ ἀδελφή, ἂν ἔχη ἐγωισμὸ καὶ τῆς πάρη κάποια ἄλλη τὴν σειρά, θὰ κατεβάση τὰ μοῦτρα καὶ μπορεῖ νὰ μὴν πάη οὔτε νὰ προσκυνήση. «Ἀφοῦ προσκύνησε ἐκείνη πρὶν ἀπὸ μένα, θὰ πῆ, δὲν πάω νὰ προσκυνήσω». Ἐνῶ, ἂν ἔχη ὑπερηφάνεια, πάλι θὰ πειραχθῆ, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀντιδράση ἔτσι· μπορεῖ μάλιστα νὰ πῆ καὶ στὶς ἑπόμενες, δῆθεν μὲ εὐγένεια: «Περάστε! πέρνα κι ἐσύ, πέρνα κι ἐσύ!».

– Γέροντα, γιατί ὑπερηφανεύομαι εὔκολα; – Γιὰ νὰ ὑπερηφανεύεσαι εὔκολα, σημαίνει ὅτι ἔχεις μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Πιστεύεις ὅτι κάτι εἶσαι. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερηφανευθῆ κανείς, ἂν δὲν πιστεύη ὅτι κάτι εἶναι. Ἀφοῦ λοιπὸν πιστεύεις ὅτι εἶσαι σπουδαία, μετὰ μὲ τὸ παραμικρὸ ὑπερηφανεύεσαι, σὰν τοὺς ὑπερτασικοὺς πού, μόλις λίγο στενοχωρηθοῦν, ἀμέσως ἀνεβάζουν πίεση. 

– Γέροντα, ἔχει παγώσει πάλι ἡ καρδιά μου. Γιατί φθάνω σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάσταση; – Γιατὶ ἀφήνεις τὸ κεφάλι σου ξεβίδωτο καὶ παίρνει ἀέρα τὸ μυαλό σου. Ἐγὼ βάζω τάπα, τὴν βιδώνω, ἀλλὰ ἐσὺ τὴν πετᾶς. Τώρα χρειάζεται νὰ βάλουμε τάπα μεγάλη καὶ νὰ τὴν βιδώσουμε γερὰ‐γερά. Ξέρεις πόσα θὰ σοῦ ἔδινε ὁ Χριστός, ἂν δὲν εἶχες αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα; Ὅταν δὲν προσέχουμε, ἔρχεται ὁ διάβολος ὕπουλα, μᾶς τρυπάει τὸ κεφάλι μὲ τὸ σουβλί του, τὴν οἴηση, μᾶς τὸ φουσκώνει σὰν μπαλόνι καὶ μᾶς σηκώνει στὸν ἀέρα. 

– Γέροντα, ἕνας ποὺ ἔχει μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ δῆ τὸ καλὸ ποὺ ἔχει ὁ ἄλλος. – Ἔτσι εἶναι. Αὐτὸς ποὺ ἔχει μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, παραμένει μέσα στὴν ἀντάρα τῆς ὑπερηφανείας καὶ δὲν ἔχει οὔτε πνευματικὴ ὑγεία οὔτε ὁρατότητα, ὁπότε δὲν μπορεῖ νὰ δῆ τὰ χαρίσματα τοῦ ἄλλου. Ἀλλὰ γιατί νὰ ἔχη κανεὶς μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του ; Πῶς θὰ ἔρθουν οἱ θεῖες ἰδέες, ἂν δὲν πετάξη τὴν δική του μεγάλη ἰδέα; Ἂν πάρη τὸ κατσαβίδι ὁ Χριστός, λίγο τὴν βιδούλα νὰ στρίψη, μπανταλομάρες θὰ λέμε. Τί ἰδέα νὰ ἔχης λοιπὸν γιὰ τὸν ἑαυτό σου; Αὐτὸς ποὺ ἔχει μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, εἶναι ἐκτὸς τοῦ ἑαυτοῦ του, παράφρων. Χρειάζεται νὰ κατεβῆ, νὰ προσγειωθῆ, γιὰ νὰ βρῆ τὸν ἑαυτό του· ἀλλιῶς θὰ γυρίζη στὰ σύννεφα καὶ θὰ ξοδεύη τὴν βενζίνη στὸν ἀέρα!

– Γέροντα, πολλὲς φορὲς μὲ πιάνει ἕνα παράπονο. – Τί παράπονο ἔχεις; – Νά, λέω: «Γιατί δὲν ἀναγνώρισαν τὸν κόπο μου καὶ μοῦ συμπεριφέρθηκαν ἔτσι;». – Ὅταν κάποιος κάνη κάτι ταπεινὰ καὶ μὲ ἀγάπη, καὶ δὲν βρῆ ἀναγνώριση, μπορεῖ νὰ τοῦ ἔρθη καὶ ἕνα παράπονο. Αὐτὸ εἶναι ἀνθρώπινο – ὄχι φυσικὰ ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι σωστό, ἀλλὰ τότε ἔχει κανεὶς κάποια ἐλαφρυντικά. Ὅταν ὅμως ἀπαιτῆ τὴν ἀναγνώριση, αὐτὸ εἶναι βαρύ· ἔχει μέσα ἐγωισμό, δικαίωμα, ἀνθρωπαρέσκεια. Ὅσο μπορεῖς, νὰ κινῆσαι ταπεινά. Ὅ,τι κάνεις νὰ τὸ κάνης μὲ φιλότιμο, γιὰ τὸν Χριστό, καὶ ὄχι ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια καὶ κενοδοξία, γιὰ νὰ ἀκούσης τὸ «μπράβο» ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν δέχεται τὰ «μπράβο» ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐργάζεται μόνον γιὰ τὸν Θεό, τότε ἀνταμείβεται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν ζωὴ μὲ τὴν ἄφθονη Χάρη Του, καὶ στὴν ἄλλη μὲ τὰ ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου.  

– Γέροντα, στενοχωριέμαι γιὰ τὴν στασιμότητα ποὺ ἔχω. Θὰ ἤθελα κάθε μέρα νὰ προοδεύω πνευματικά. – Ξέρεις τί συμβαίνει καμμιὰ φορά; Μπορεῖ νὰ θέλουμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ νὰ γίνουμε καλύτεροι, ὄχι γιὰ νὰ εὐαρεστήσουμε τὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀρέσουμε στοὺς ἄλλους. Κι ἐσύ, ἂς ποῦμε, θέλεις νὰ γίνης καλύτερη, νὰ προχωρήσης πνευματικά. Ἐξέτασες ὅμως γιατί τὸ θέλεις; Τὸ θέλεις, γιὰ νὰ πλησιάσης περισσότερο στὸν Θεὸ ἢ γιὰ νὰ φαίνεσαι καλύτερη ἀπὸ τὶς ἄλλες ἀδελφές; Βιάζεσαι λ.χ. νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία. Γιατί τὸ κάνεις; γιὰ νὰ εἶσαι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὴν Ἀκολουθία, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι τὸ σωστὸ ἢ γιὰ νὰ πᾶς πρώτη καὶ νὰ λένε οἱ ἀδελφὲς καλὰ λόγια γιὰ σένα; Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος ἐνδιαφέρεται νὰ ἀρέση στὸν Θεό, ὄχι στοὺς ἀνθρώπους. «Ἂν ἤθελα νὰ ἀρέσω στοὺς ἀνθρώπους, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, δὲν θὰ ἤμουν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ».

– Γέροντα, ἔχω πάντοτε ἕναν φόβο μὴν ξεπέσω στὰ μάτια τῶν ἄλλων, ἐνῶ δὲν σκέφτομαι πῶς μὲ βλέπει ὁ Θεός. Πῶς θὰ αὐξηθῆ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ; – Ἐγρήγορση χρειάζεται. Σὲ κάθε σου ἐνέργεια, ἀκόμη καὶ στὴν παραμικρή σου κίνηση, κέντρο νὰ εἶναι ὁ Θεός. Στρέψε ὅλον τὸν ἑαυτό σου πρὸς τὸν Θεό. Ἂν ἀγαπήσης τὸν Θεό, ὁ νοῦς σου θὰ εἶναι συνέχεια στὸ πῶς νὰ εὐχαριστήσης τὸν Θεό, στὸ πῶς νὰ ἀρέσης στὸν Θεό, καὶ ὄχι στὸ πῶς νὰ ἀρέσης στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ πολὺ θὰ σὲ βοηθήση νὰ ἐλευθερωθῆς ἀπὸ τὶς βαρειὲς ἁλυσίδες τῆς ἀνθρωπαρέσκειας ποὺ σοῦ εἶναι ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἀνώτερη ζωή. Καὶ ὅταν θὰ χαίρεσαι, γιατὶ ξέπεσες στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, τότε θὰ γλυκαίνεσαι ἐσωτερικὰ ἀπὸ τὸν Γλυκὺ Ἰησοῦ.

– Πῶς θὰ μπορέσουμε, Γέροντα, νὰ αἰσθανώμαστε τὸ ἴδιο, καὶ ὅταν μᾶς ἐπαινοῦν καὶ ὅταν μᾶς προσβάλλουν; – Ἂν μισήσετε τὴν κοσμικὴ προβολή, τότε θὰ δέχεσθε μὲ τὴν ἴδια διάθεση καὶ τὸν ἔπαινο καὶ τὴν προσβολή.

– Γιατί, Γέροντα, νιώθω μέσα μου ἕνα κενό; – Ἀπὸ τὴν κενοδοξία εἶναι. Ὅταν ἐπιδιώκουμε νὰ ἀνεβαίνουμε στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, νιώθουμε μέσα μας κενὸ – τὸν καρπὸ τῆς κενοδοξίας –, γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἔρχεται στὸ κενό, ἀλλὰ στὴν καρδιὰ τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου. Δυστυχῶς, πολλὲς φορὲς οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι θέλουν τὴν ἀρετή, ἀλλὰ θέλουν καὶ κάτι ποὺ νὰ τρέφη τὴν ὑπερηφάνειά τους, δηλαδὴ ἀναγνώριση, πρωτεῖα κ.λπ., κι ἔτσι μένουν μὲ ἕνα κενὸ στὴν ψυχή τους, τὸ κενὸ τῆς κενοδοξίας· δὲν ὑπάρχει τὸ πλήρωμα, τὸ φτερούγισμα τῆς καρδιᾶς. Καὶ ὅσο μεγαλώνει ἡ κενοδοξία τους, τόσο μεγαλώνει καὶ τὸ κενὸ μέσα τους καὶ τόσο περισσότερο ὑποφέρουν. 

– Γέροντα, ἀπὸ ποῦ προέρχεται τὸ ζόρισμα ποὺ νιώθω στὸν ἀγώνα μου; – Δὲν ἀγωνίζεσαι ταπεινά. Ὅποιος ἀγωνίζεται ταπεινά, δὲν συναντᾶ δυσκολία στὸν ἀγώνα του. Ὅταν ὅμως ὑπάρχουν πνευματικὲς ἐπιδιώξεις ποτισμένες μὲ κενοδοξία, τότε ἡ ψυχὴ ζορίζεται. Τὰ ἄλλα πάθη δὲν μᾶς δυσκολεύουν τόσο πολὺ στὸ πνευματικὸ ἀνέβασμα, ὅταν ἐπικαλούμαστε ταπεινὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως μᾶς κλέβη τὸ ταγκαλάκι μὲ τὴν κενοδοξία, μᾶς δένει τὰ μάτια καὶ μᾶς ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸ δικό του δύσβατο μονοπάτι καὶ τότε ζοριζόμαστε, γιατὶ βρισκόμαστε σὲ ταγκαλίστικο χῶρο.  

 

Ἀπὸ τὸ κανάλι «balanthsberoia1 Ελλάδα και ορθοδοξία», τὸ κεφάλαιο «Ὑπερηφάνεια, τὸ γενικὸ Ἐπιτελεῖο ὅλων τῶν Παθῶν»: 

ἀπὸ τὸ βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου Λόγοι Ε' - Πάθη καὶ Ἀρετές, ἔκδ. α' 2006, Ἱεροῦ Ἠσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστῆς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, σ. 59 κ.ἐ..