Ἐν Βούλᾳ τῇ 28ῃ Σεπτεμβρίου 2010

Ἀριθμ. Πρωτ. 1037

Πρός
Τήν Ἁγίαν καί Ἱεράν Σύνοδον
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰασίου 1
115 21 ΑΘΗΝΑΣ

Υ Π Ο Μ Ν Η Μ Α

 

 «ΣΥΝΑΦΕΙΑΚΕΣ», «ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΕΣ» ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ

«ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ» ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ

 

Στήν «Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν» τῆς Ἰερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, στόν Βόλο, διοργανώθηκε στίς ἀρχές Ἰουνίου τοῦ τρέχοντος ἔτους, Θεολογικό Συνέδριο μέ θέμα:

 

«ΝΕΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ Ή ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ»

 

Tό συνέδριο αὐτό ἦταν μία «ριζοσπαστική θεολογική ἔκπληξη», ὑπό τήν ἀρνητική ἔννοια, γιά τόν ἀκροατή πού δέν εἶχε προετοιμαστεῖ δεόντως, προκειμένου νά ἀκούσει μία διαστρεβλωτική «νεοθεολογική γλώσσα». Καί δέν ἦταν δύσκολο νά ἀκουστεῖ αὐτή ἡ «γλώσσα» ἀπό πολλούς, ἐπειδή οἱ ἐργασίες τοῦ συνεδρίου μεταδίδονταν ἀπό τόν διαδικτυακό τηλεοπτικό σταθμό www.intv.gr., μέ παράλληλη μετάφραση στά ἀγγλικά καί ἑλληνικά. Θά σημειώσουμε στή συνέχεια, δειγματοληπτικά, μερικά ἀπό τά ἀνορθόξα ἀκούσματα τοῦ συνεδρίου. Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά προτάξουμε τίς παρατηρήσεις μας, σέ δύο καθοριστικούς ὅρους πού ὁδήγησαν ἐκ προοιμίου τή «θεολογική σύναξη» αὐτή σέ «θεολογικό ναυάγιο».

 

Πρῶτον, ὁ ὅρος «Θεολογία τῆς συνάφειας»

 

Τό νοηματικό περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ ὅρου φαίνεται ἀσαφές καί μή κατανοητό. Ἴσως νά θεωρηθεῑ καί γλωσσικό νεόπλασμα, προκειμένου νά ἐκφραστοῦν κάποιες ἔννοιες πού προκύπτουν ἀπό τήν ἀνάγκη διατυπώσεως νέων κοινωνικῶν δεδομένων. Ἡ ἀλήθεια ὅμως δέν εἶναι αὐτή. Ὁ ὅρος «συναφειακή Θεολογία» εἶναι γνωστός γιά τουλάχιστον σαράντα χρόνια στή διαχριστιανική βιβλιογραφία καί διατυπώνεται στήν ἀγγλική ὡς «Contextual Theology» ἤ ὡς «Cohesive Theology». Ὁ ὅρος ἔγινε εὐρύτερα γνωστός ἀπό τά κείμενα τοῦ «Παγκοσμίου Συνεδρίου γιά τήν Ἱεραποστολή καί τόν Εὐαγγελισμό» πού διοργανώθηκε τό 1972 στήν Μπαγκόγκ. Ἡ κυρίαρχος τάση στό ἐν λόγω συνέδριο ἦταν νά ἀποφύγουν οἱ διάφορες χριστιανικές ὁμολογίες νά ἐμφανιστοῦν, ἐνώπιον τῶν μή χριστιανῶν, ὡς διχασμένοι λόγω τῶν δογματικῶν διαφορῶν τους, ἀλλά νά δείξουν ἑνότητα θέτοντας σέ προτεραιότητα θέματα κοινωνικῆς δικαιοσύνης καί καταπιέσεως τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Αὐτό θά εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἡ ἱεραποστολή καί τό κήρυγμα νά στραφοῦν στή διατύπωση τρόπων ἀποκαταστάσεως τῶν κοινωνικῶν ἀδικιῶν καί ὄχι στή μετάδοση τῶν ἀληθειῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Κανείς δέν δύναται νά ἀρνηθεῖ τήν ἀπαίτηση γιά κοινωνική δικαιοσύνη, ὡς καρποῦ ὅμως βιώσεως τῶν Ἀληθειῶν τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅπως διατυπώθηκαν μέσα ἀπό τά δόγματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ρίζα καί ἡ προοπτική τῆς «Θεολογίας τῆς συνάφειας» ἦταν «ἡ μετατροπή τῆς ἱεραποστολῆς σέ κοινότητα ἐκκλησιῶν σέ ἱεραποστολή» (http://www.mission2005.org).

Στήν Ὀρθόδοξη ὅμως θεολογία δέν ἔχουμε «κοινότητα ἐκκλησιῶν» ἀλλά τήν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἡ προβολή τῆς ἱεραποστολῆς ἀπό μία «κοινότητα ἐκκλησιῶν» ὑποβαθμίζει τήν «Μίαν Ἐκκλησίαν» σέ σύλλογο πού δέν ἀποκαλύπτει τή μοναδική Ἀλήθεια καί ὑποβαθμίζει τήν ἴδια τήν ἱεραποστολή, πού καταλήγει νά ἔχει μόνο κοινωνιολογικές καί ὄχι σωτηριολογικές προοπτικές. Ἡ «συναφειακή θεολογία», ἀπό τήν Μπαγκόγκ μέχρι σήμερα, ἔχει ἐμπλουτίσει τούς «ὁρίζοντές» της.

Διαβάζουμε στόν διαδικτυακό χῶρο: http://www.blogtalkradio.com/empowermentsanctuary/blog/2008/04/15/about-holistic-theology-empowerment-sanctuary τά ἀκόλουθα: «Ὁ στόχος τῆς συναφειακῆς θεολογίας εἶναι νά ἐμπλουτίσει τίς πνευματικές, συναισθηματικές, διανοητικές καί σωματικές ἐμπειρίες τῆς ζωῆς μας, μέ τή διερεύνηση ποικίλων διδασκαλιῶν καί ἐννοιῶν πού βρίσκονται στήν πνευματικότητα, στή μεταφυσική, στήν κβαντική φυσική, στή θρησκεία, στή συμβουλευτική τῆς ζωῆς, στίς κοσμικές τάσεις καί ἐπιστημονικές ἀντιλήψεις, καί μετά νά τά συνθέσει ὅλα αὐτά μαζί σέ ἕνα ρέον καί δυναμικό συναφειακό σύνολο... Προσφερόμαστε νά σᾶς χορηγήσουμε μία ποικιλία ἀπό ἐργαλεῖα πού ἔχουν σχεδιαστεῖ προκειμένου νά σᾶς βοηθήσουν στήν προσωπική σας ἀνάπτυξη καί πρόοδο... Κι ὅλα αὐτά ἄσχετα ἄν ἀσχολεῖστε μέ ἀγγελική ὑποστήριξη, μέ τόν Παγκόσμιο Νόμο, μέ τις ἀρχές τοῦ Βουδισμοῦ, μέ τή Γνωστική Σκέψη, τό Χριστιανισμό ἤ μέ περισσότερες κοσμικές, ἐπιστημονικές ἤ διανοητικές ἐμπειρίες στήν πνευματικότητα».

Στό σημεῖο αὐτό ἀναφύεται ἕνα καίριο ἐρώτημα: Οἱ διοργανωτές τοῦ συνεδρίου γνώριζαν την προϊστορία τοῦ ὁρισμοῦ τῆς «συναφειακῆς θεολογίας» ἤ ὄχι; Ἄν μέν δέν γνώριζαν, γιατί τόν χρησιμοποίησαν; Μήπως γιά λόγους ἐντυπωσιασμοῦ ἤ πρωτοποριακοῦ μοντερνισμοῦ; Ἄν ὅμως γνώριζαν, ἴσως εἶναι δυνατόν νά γίνει λόγος γιά μιά προσπάθεια «διαστρεβλωτικῆς θεολογίας».

 

Δεύτερον, ὁ ὅρος «μεταπατερική Θεολογία»

 

Ό ὅρος αὐτός πέρα ἀπό το καινοφανές εἶναι ἀντιβιβλικός καί ἀνορθόδοξος. Ἀντιβιβλικός, ἐπειδή ἀναιρεῖ το βασικό κύτταρο τῆς Πατερικῆς Θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔχει τονίσει:

«Ὁ δέ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ὅ πέμψει ὁ Πατήρ ἐν τῶ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα, καί ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα, ἅ εἶπον ὑμῖν» (Ἰωάν. 14,26).

«Ὅταν δέ ἔλθη ὁ Παράκλητος ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ» (Ἰωάν. 15,26).

«Ὅταν δέ ἔλθη ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. 16,13).

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ καρπός τῆς λειτουργίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν Ἐκκλησία. Οἱ Πατέρες γιά τό λόγο αὐτό ἀποκαλοῦνται Θεοφόροι, ἐπειδή εἶναι τά δοχεῖα καί τά ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέ ἐπίμονη καί ἐπίπονη ἄσκηση καί νηπτικούς ἀγῶνες, ὑπέταξαν τό φρόνημα τῆς σαρκός στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στήν Ὀρθοδοξία δέν δύναται νά ὑπάρχει Θεολογία χωρίς ἄσκηση καί Θεολογία χωρίς Πατέρες. Οἱ Πατέρες μέ τή Θεολογία τους ἐκπληρώνουν τά ἀνωτέρω σημειωθέντα λόγια τοῦ Κυρίου μας. Οἱ Πατέρες δέν λένε τίποτε νεοφανές, δέν γράφουν νέες φιλοσοφικές θεωρίες, ἀλλά ἐπειδή εἶναι πνευματοφόροι καί ζοῦν μέσα στό φῶς τοῦ Θεοῦ, ἑρμηνεύουν φωταγωγικῶς τίς ἀλήθειες πού ὁ Χριστός ἀπεκάλυψε στούς ἀνθρώπους.

Ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγεῖ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας «εἰς πᾶσαν την ἀλήθειαν». Αὐτό σημαίνει πώς δέν δύναται νά ὑπάρξει περίοδος τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας πού δεν ὑπάρχουν Πατέρες. Αὐτό θά σήμαινε πώς σταμάτησε ὁ Παράκλητος νά «συγκροτεῖ» «ὅλως τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας» (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος). Ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα τοῦ ἀνυποστάτου τοῦ ὅρου «μεταπατερική Θεολογία». Εἶναι ἀδύνατη ἡ ὕπαρξη περιόδου μετά τούς Πατέρες, ἀφοῦ πάντοτε ἡ Ἐκκλησία θά αὐξάνεται θεολογικά μέ τη Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τῶν Θεοφόρων Πατέρων. Δεν ἀρνούμεθα τον ὅρο «νεοπατερική Θεολογία», ἐπειδή πάντοτε θά ἀναδεικνύονται διαχρονικά καί νέοι Πατέρες. Ἀλλά ἀπορρίπτουμε τόν ὅρο «μεταπατερική Θεολογία», ἐπειδή μᾶς ὁδηγεῖ κατ᾽ εὐθείαν στόν Προτεσταντισμό. Ἡ Ἐκκλησία χωρίς Πατέρες θά ἦταν ἕνα «ψευδεπίγραφο χριστιανικό προτεσταντικό μόρφωμα», πού δέν θά εἶχε καμμία σχέση μέ τήν «Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν».

Οἱ διοργανωτές τοῦ «Θεολογικοῦ» αὐτοῦ συνεδρίου δέν γνώριζαν τίς θεμελιώδεις καί βασικές αὐτές ἀρχές τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας;

Ἐάν δέν γνώριζαν, πώς τολμοῦν νά ὀργανώνουν «Θεολογικά» συνέδρια κάτω ἀπό τήν αἰγίδα φορέως πού φέρει τη βαρύγδουπη ἐπωνυμία «Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία», ἐνῶ τά προτασσόμενα πάσχουν ἀπό θεολογική ἀνορθοδοξία;

Ἐάν ὅμως γνώριζαν, τότε εἶναι δυνατόν νά ὁμιλοῡμε περί ἠθελημένης διαστρεβλώσεως τῶν βασικῶν δομῶν τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας.

Ἐκτός ὅμως ἀπό τίς βασικές αὐτές κατευθύνσεις πού εἶχε θέσει τό συνέδριο, καί ἐκφράζονταν ἀπό τό γενικό του τίτλο, ὑπῆρξαν κατά τήν πορεία τῶν συνεδριάσεων πολλά σημεῖα πού ἀνεφέροντο ἀπό τούς εἰσηγητές καί δημιουργοῦσαν βαθύτατο προβληματισμό, ὅσον ἀφορᾶ τό Ὀρθόδοξο περιεχόμενο τῶν θέσεων αὐτῶν.

 

Θά ἀναφέρουμε δειγματοληπτικῶς μερικές ἀπό τίς θέσεις αὐτές:

 

- «Πρέπει νά πάψει ἡ ἀντιπαράθεση μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης» (Marcus Plested, Β΄ συνεδρία 4/6/2010 καί Διάκ. Pavel Gavrilyuk, Β΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Στή σχολαστική προσέγγιση τῆς Γραφῆς, πού εἶναι προσφιλής στούς φουνταμενταλιστές, θεωροῦν ὄτι κάθε φράση τῆς Γραφῆς εἶναι ἀλάθητη» (Ἰωάννης Φωτόπουλος, Δ΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Μόνο χάρη στόν Γιούνγκ μποροῦμε νά καταλάβουμε τή διττή θεωρία τοῦ Σταυροῦ» (Γεώργιος Δημακόπουλος, Ε΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Ἡ συναφειακή μέθοδος μᾶς βοηθᾶ νά συγκρίνουμε Πατέρες μέ μή ὀρθοδόξους» (Ἀρχιεπίσκοπος Βολοκολάμσκ Ἰλαρίων Alfeyef, Γ΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Ἠ ἑστίαση τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ στό νοῦ τῶν Πατέρων ἀποκαλύπτει μία ἀδυναμία στή μεθοδολογία καί τήν ἑρμηνευτική του» (John Behr, Β΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Μία ἄποψη πού διεκδικεῖ τή μόνη ἀλήθεια εἶναι ἰμπεριαλιστική» (Γεώργιος Δημακόπουλος, Ε΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Ἡ θεολογία πρέπει νά προσαρμοστεῖ σε φιλελεύθερους τρόπους σκέψεως κι ἔτσι νά ἀποκλίνει ἀπό τήν πατερική παράδοση» (Alexei Nesteruk, Ε΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Ὁ Τρεμπέλας ἀγνοεῖ καί τούς τρεῖς τόμους τῆς Δογματικῆς τοῦ Bart» (Πατήρ Δημήτριος Μπαθρέλλος, Ε΄ συνεδρία 4/6/2010). Σχόλιο: Εἶναι βέβαια ἀλήθεια πώς στήν Δογματική τοῦ Τρεμπέλα ὑπάρχουν παραλείψεις, ἀλλά ἡ παράλειψη ἤ ἄγνοια τοῦ συστήματος τῆς Προτεσταντικῆς δογματικῆς δέν δύναται νά καταλογισθεῖ ὡς σοβαρή κριτική ἀξιολὀγηση.

- «Ἡ παράδοση δέν μπορεῖ νἀ εἶναι ἐγγυήτρια τῆς ἀλήθειας. Ἀν γίνει δεκτή ἡ ἑρμηνευτκή τοῦ Gadamer θά βοηθήσει τήν Ὀρθοδοξία ἡ παράδοση νά μην έξεταστεῖ ὡς ὀχυρό ἀληθείας» (Assaad Katan, ΣΤ΄ συνεδρία 5/6/2010).

- «Πρέπει νά ἀναζητήσουμε τά σπέρματα τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας στους ἴδιους τούς Πατέρες» (Διάκ. Ἰωάννης Μανουσάκης, ΣΤ΄ συνεδρία 5/6/2010).

- «Καιρός νά φύγουν τά στερεότυπα καί οἱ μύθοι ἀπό τή θεολογία» (Daniel Ayuch, Δ΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Ἀπό τόν ὄγδοο αἰώνα ἀπουσιάζει ἠ πρωτότυπη θεολογική παραγωγή» (Daniel Ayuch, Δ΄ συνεδρία 4/6/2010). Σχόλιο: Ὁ εἰσηγητής φαίνεται ὅτι ἀγνοεῖ τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ.

- «Ἐκκλησία εἶναι ὅλοι οἱ ἄλλοι χριστιανοί» (Πατήρ Ἐμμανουήλ Κλάψης, Ι΄ συνεδρία 6/6/2010).

- «Νά γίνει ὑπέρβαση τῶν Πατέρων ἀφοῦ αὐτοί συμβιβάστηκαν μέ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου» (Παντελεήμων Καλαϊτζίδης, Ι΄ συνεδρία 6/6/2010).

- «Νά πᾶμε πέρα ἀπό τούς Πατέρες» (Διάκ. Pavel Gavrilyuk, Β΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Οἱ ὀρθόδοξες σχολές πρέπει νά προσκαλέσουν μή ὀρθόδοξους θεολόγους νά διδάξουν» (Διάκ. Pavel Gavrilyuk, Β΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Νά δοῦμε τούς δυτικούς πατέρες ὅπως τό Θωμᾶ τόν Ἀκινάτη ὡς συνεργάτες ἄξιους τῆς προσοχῆς μας» (Διάκ. Pavel Gavrilyuk, Β΄ συνεδρία 4/6/2010).

- «Προσπάθεια νά κινηθοῦμε πρός μία ὀρθόδοξη θεολογία τῶν θρησκειῶν» (Πατήρ Ἐμμανουήλ Κλάψης, Ι΄ συνεδρία 6/6/2010).

- «Προσέλευση στή θεία μετάληψη τῶν συζύγων χωρίς συζυγική ἐγκράτεια τήν παραμονή τῆς θείας μεταλήψεως» καί «θεία μετάληψη τῶν γυναικῶν κατά τήν περίοδο τῆς ἐμμήνου ρύσεως» (Παντελεήμων Καλαϊτζίδης, συνεδρία Ι΄ συνεδρία 6/6/2010 καί Ἑλένη Κασσελούρη-Χατζηβασιλειάδη, Θ΄ συνεδρία 5/6/2010). Σχόλιο: Τονίζουμε στό σημεῖο αὐτό ὅτι ἔχει ἀπαντήσει στά θέματα ὁ Ἅγιος Τιμόθεος Ἀλεξανδρείας στίς Κανονικές ἐρωταποκρίσεις του, πού βρίσκονται στο Πηδάλιο καί ἔχουν ἐπικυρωθεῖ ἀπό τήν Δ΄, τήν ΣΤ΄ καί τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.

- «Πρέπει νά γίνει ἐπανερμηνεία τῆς δογματικῆς μας παραδόσεως» (Παντελεήμων Καλαϊτζίδης, Ι΄ συνεδρία 6/6/2010).

- «Ἡ θεωρία τῆς ἐξέλίξεως δέν ἀντιβαίνει στο δόγμα τῆς δημιουργίας» (Πατήρ Andrew Louth, Z΄ συνεδρία 5/6/2010).

- «Οἱ Πατέρες ἔκαναν ὑπέρβαση τῆς ἀρχέγονης χριστιανικῆς θεολογίας... καί ἐμεῖς πρέπει νά κάνουμε ὑπέρβαση τῶν Πατέρων» (Παντελεήμων Καλαϊτζίδης, Ι΄ συνεδρία 6/6/2010).

- «Ὁ κάθε τοκετός ἔχει πόνο, ἀλλά ἀπό αὐτό θά βγεῖ κάτι νέο» (Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ κ. Ἰγνάτιος, καταληκτήριος χαιρετισμός τοῦ συνεδρίου, Ι΄ συνεδρία 6/6/2010). Σχόλιο: Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά τονιστεῖ πώς τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ἦταν, πραγματικά, ἀποτελέσματα μιᾶς ἐπίπονης ἀσκητικῆς, νηπτικῆς καί θεολογικῆς διεργασίας, ἀλλά ὅπως κάθε παιδί γεννιέται μόνο μία φορά παρομοίως καί τά δόγματα δέν χρειάζεται νά ξαναγεννηθοῦν ἤ, ὅπως ἀρκετές φορές τονίστηκε στό συνέδριο, νά «ἐπαναπροσδιοριστοῦν».

 

Ὅλα τά ἀνωτέρω ἀποτελοῦν ἐπί μέρους ἐπιλογή μερικῶν ἀπό τίς θέσεις τῶν ὁμιλητῶν τοῦ συγκεκριμένου συνεδρίου καί χρήζουν ἐπισταμένων ἐπεξηγήσεων.

Δέν ἀρνούμεθα τόν ἐλεύθερο λόγο στόν χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, ἀλλά δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε ὁ ἐλεύθερος λόγος νά καταλήξει σέ προτεσταντικό λόγο. Οἱ διοργανωτές τοῦ συνεδρίου ἔχουν ὑποχρέωση νά δώσουν ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις, προκειμένου νά ἀποφευχθοῦν περιττές διαμάχες γιά ἀνωφελεῖς «τοκετούς».

Ἡ θεολογία μας χρειάζεται αὔξηση μέσα στή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί αὐτό μπορεῖ νά γίνει διά τῶν Ἁγίων, πού πάντοτε ἀναδεικνύονται στήν Ἐκκλησία.

Ἐν ἀναμονῇ τοποθετήσεως τῆς Ἱεραρχίας ἐπί τοῦ προκληθέντος σκανδαλισμοῦ τοῦ Χριστεπωνύμου πληρώματος, διατελοῦμεν.

 

Μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ,

 

Ἐλάχιστος ἐν Ἐπισκόποις.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ὁ Γλυφάδας, Ἑλληνικοῦ, Βούλας, Βουλιαγμένης καί Βάρης

ΠΑΥΛΟΣ ὁ Α΄

(ἀντιγράφηκε ἀπὸ τὴν Ἱ.Μ. Γλυφάδος στίς 18/12/2019)

17 Ιουλίου 2010
Εκκλησιαστική Παρέμβαση

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου 

 

Μελετώντας κανείς τά κείμενα τής Αγίας Γραφής καί τών Πατέρων, διαπιστώνει ότι η βάση τής ορθόδοξης θεολογίας είναι η αποκάλυψη τού Θεού πού δόθηκε στούς Προφήτες, τούς Αποστόλους καί τούς Πατέρες διά μέσου τών αιώνων. Είναι χαρακτηριστική η αρχή τής πρός Εβραίους Επιστολής: «Πολυμερώς καί πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοίς πατράσιν εν τοίς προφήταις, επ εσχάτου τών ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υιώ» (Εβρ. α', 1).

Έτσι, οι Άγιοι είναι οι θεόπνευστοι θεολόγοι, οι οποίοι διατυπώνουν τήν εμπειρία τους σέ όρους γιά νά τήν διαφυλάξουν από τήν αίρεση καί τήν διαστρέβλωση. Οπότε, οι όροι-δόγματα είναι σημαντικό στοιχείο τής παραδόσεώς μας καί δέν μπορεί κανείς νά τά κλονίση χωρίς νά χάση τόν δρόμο πρός τήν σωτηρία του.

Είναι σημαντική η φράση τής ησυχαστικής Συνόδου τού 14ου αιώνος, όπως εκφράζεται στό Συνοδικό τής Ορθοδοξίας, ότι πορευόμαστε «κατά τάς τών αγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τής Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα». Οι Άγιοι δέν εκφράζουν δική τους θεολογία, αλλά διατυπώνουν, μέ τά ιδιαίτερα χαρίσματά τους, τήν αποκάλυψη τήν οποία βίωσαν εν Αγίω Πνεύματι. Έξω από αυτήν τήν προοπτική όχι μόνον δέν υπάρχει ορθόδοξη θεολογία, αλλά κλονίζεται σοβαρώς τό θεμέλιο τής σωτηρίας.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ερμηνεύοντας τά όσα λέγει ο Απόστολος Παύλος γιά τήν αρπαγή του στόν Παράδεισο, όπου «ήκουσεν άρρητα ρήματα, ά ουκ εξόν ανθρώποις λαλήσαι» (Β' Κορ. ιβ', 1-4), λέγει ότι αυτά τά ρήματα είναι οι ελλάμψεις τής ακτίστου δόξης τού Θεού, οι οποίες λέγονται άρρητες, γιατί δέν μπορούν νά εκφρασθούν τελείως από αυτούς πού δέχονται τήν εμπειρία τής αποκαλύψεως, επειδή είναι υπέρ τό μέτρον τής ανθρωπίνης φύσεως καί δυνάμεως.

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης μιλώντας γιά τό θέμα αυτό λέγει ότι η αποκάλυψη δίνεται στούς Αγίους μέ άρρητα ρήματα καί οι Άγιοι τήν εκφράζουν, όσο είναι δυνατόν, μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εικονίσματα γιά νά διδάξουν τούς ανθρώπους, προκειμένου νά βαδίσουν τόν δρόμο τής σωτηρίας τους.

Γίνεται φανερόν ότι η αποκάλυψη τού Θεού μεταφέρεται μέ όρους κάθε εποχής, από τούς φορείς τής Αποκαλύψεως, τούς πραγματικούς θεολόγους, σύμφωνα μέ τόν ορισμό πού δίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι «ου παντός, ώ ούτοι, τό περί Θεού φιλοσοφείν... ου πάντων μέν, ότι τών εξητασμένων καί διαβεβηκότων εν θεωρία καί πρό τούτων καί ψυχήν καί σώμα κεκαθαρμένων ή καθαιρομένων, τό μετριώτατον».

Οι θεολόγοι αυτοί –οι θεούμενοι– γνωρίζουν εκ πείρας τόν Θεό, αναγνωρίζουν καί σέβονται τούς προγενεστέρους θεόπτες καί αποδέχονται τούς όρους πού εκείνοι χρησιμοποίησαν.

Επομένως, εκείνοι πού μπορούν νά κάνουν, άν χρειασθή, μερικές εξωτερικές αλλαγές είναι οι ακραιφνείς εμπειρικοί θεολόγοι, οι οποίοι έχουν τήν ίδια παράδοση μέ τούς προγενεστέρους Πατέρες. Εμείς οι άλλοι οφείλουμε υπακοή σέ αυτούς τούς «πείρα μεμυημένους» καί καθοδήγηση από αυτούς.

Στόν «Αγιορειτικό Τόμο», πού είναι έργο τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, γράφεται ότι τά δόγματα τά γνωρίζουν «οι αυτή τή πείρα μεμυημένοι», οι οποίοι απαρνήθηκαν τά χρήματα, τήν δόξα τών ανθρώπων καί τίς κακές ηδονές τού σώματος, γιά χάρη τής ευαγγελικής ζωής βεβαίωσαν αυτήν τήν αποταγή μέ τήν υποταγή τους σέ εκείνους πού έχουν προχωρήσει στήν κατά Χριστόν ηλικία, καί αφού έζησαν τόν ιερό ησυχασμό μέ προσευχή, ενώθηκαν μέ τόν Θεό μέ μυστική ένωση μαζί Του καί έτσι «τά υπέρ νούν εμυήθησαν». Αυτοί είναι οι πραγματικοί θεολόγοι τής Εκκλησίας πού έχουν τίς δυνατότητες νά διατυπώσουν τήν θεολογία. Εκτός από αυτούς υπάρχουν καί εκείνοι πού ενώνονται μέ τούς πρώτους «τή πρός τούς τοιούτους αιδοί καί πίστει καί στοργή».

Άλλος τρόπος θεολογίας δέν υπάρχει μέσα στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί έξω από αυτήν τήν θεολογία υπάρχει ο στοχασμός, η συνθηματολογία καί ο λαϊκισμός. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όταν βλέπη «τήν νύν γλωσσαλγίαν καί τούς αυθημερινούς σοφούς καί τούς χειροτονητούς θεολόγους», οι οποίοι αρκούνται μόνον στό νά θέλουν νά είναι σοφοί, λέγει: «ποθώ τήν ανωτάτην φιλοσοφίαν καί σταθμόν έσχατον ζητώ, κατά τόν Ιερεμίαν, καί εμαυτώ μόνω συγγενέσθαι βούλομαι». Πράγματι, σήμερα μάς καταλαμβάνει θλίψη, γιατί η εποχή μας γέμισε από «αυτοχειροτονήτους θεολόγους» πού διδάσκουν Κληρικούς καί λαϊκούς καί δημιουργούν σύγχυση στόν λαό.

Αυτά τά εισαγωγικά είναι απαραίτητα γιά νά κατανοηθούν όσα θά ακολουθήσουν.

 

1. «ΠΑΛΑΜΙΚΗ» ΚΑΙ «ΝΕΟΠΑΛΑΜΙΚΗ» ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Ο 14ος αιώνας ήταν πολύ σημαντικός γιά τήν Εκκλησία, γιατί γιά πρώτη φορά συναντήθηκε η ορθόδοξη θεολογία μέ τήν δυτική σχολαστική θεολογία στά πρόσωπα τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά καί τού Βαρλαάμ. Στόν διάλογο αυτό φάνηκε ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν φορεύς καί εκφραστής ολοκλήρου τής θεολογίας τής Εκκλησίας, από τήν πρώτη περίοδο τού Χριστιανισμού μέχρι τήν εποχή του, αφού εξέφρασε τήν διδασκαλία τών Αποστόλων, τών Αποστολικών Πατέρων, τών μεγάλων Πατέρων τού 4ου αιώνος, τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού, τού αγίου Ιωάννου τού Δαμασκηνού, τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου κ.ά. Σέ όλη αυτήν τήν περίοδο η θεολογία τής Εκκλησίας είναι ενιαία, απλώς σέ μερικά σημεία αλλάζει η εξωτερική διατύπωσή της από διάφορες ανάγκες. Γι' αυτό ο άγιος Γρηγόριος χαρακτηρίσθηκε καί παραδοσιακός καί νέος θεολόγος.

Έτσι η διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά δέν μπορεί νά θεωρηθή ως «παλαμική» θεολογία, αλλά ως θεολογία τής Ορθοδόξου Εκκλησίας πού εκφράσθηκε από αυτόν. Τό ίδιο παρατηρούμε καί μέ τήν διδασκαλία όλων τών Αγίων. Συνήθως, οι απόψεις τών αιρετικών λάμβαναν τήν ονομασία από τό πρόσωπό τους, όπως αρειανισμός, νεστοριανισμός, παυλικιανισμός κλπ. Οπότε, θεωρείται αστοχία νά ονομάζεται η διδασκαλία τού Μεγάλου Βασιλείου ως «βασιλειανή», τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου ως «γρηγοριανή», τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου ως «χρυσοστομική» κλπ. Τό ίδιο θεωρείται καί αστοχία νά ονομάζεται η διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά ως «παλαμική» θεολογία.

Όμως, κάποια στιγμή η διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά χαρακτηρίσθηκε από μερικούς ως «παλαμική». Νομίζω δέ ότι τίς περισσότερες φορές αυτό γίνεται μέ έναν σκωπτικό χαρακτήρα, γιά νά υποτιμηθή καί νά θεωρηθή ως κάποια οθνεία διδασκαλία, διαφορετική από τήν θεολογία τής Εκκλησίας. Υπήρχαν δέ καί θεολόγοι οι οποίοι στό παρελθόν έγραψαν υποτιμητικά γιά τήν όλη ησυχαστική παράδοση πού εξέφρασε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Στήν συνέχεια εμφανίσθηκε καί ο όρος «νεοπαλαμική» θεολογία, ως μιά προσπάθεια επαναδιατύπωσης καί επανερμηνείας τής θεολογίας τού μεγάλου αυτού Πατρός τής Εκκλησίας, στά σύγχρονα δεδομένα. Κι αυτό δημιουργεί έντονο προβληματισμό, γιατί νομίζω ότι έτσι επιχειρείται μιά αλλοίωση τής διδασκαλίας τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά.

Γιά παράδειγμα, αναλύεται η διδασκαλία τής Εκκλησίας πού εκφράζεται από τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά γιά τήν σχέση καί διαφορά μεταξύ ουσίας καί ενεργείας, αλλά, συγχρόνως, απορρίπτεται η ησυχαστική παράδοση ως ευσεβιστική, η οποία είναι η οδός γιά τήν προσωπική μέθεξη τής ακτίστου ενεργείας τού Θεού. Καί τό ερώτημα πού τίθεται είναι: πώς μπορεί νά ομιλή κάποιος επιστήμονας γιά μιά θεωρία, όταν απορρίπτη τήν πράξη, η οποία τήν επιβεβαιώνει; Αυτό είναι καί αντιεπιστημονικό. Γι' αυτό κατά τήν «συνοδική διαγνώμη», αφορίζονται εκείνοι πού δέν δέχονται τήν ησυχαστική παράδοση τήν οποία εκφράζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς καί οι «αυτώ συνάδοντες μοναχοί».

Από πολλά χρόνια γνώριζα αυτήν τήν νοοτροπία, λόγω τής ενασχολήσεώς μου μέ τό έργο καί τήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Γι' αυτό, όταν θέλησα νά αναλύσω τήν διδασκαλία του καί νά καταγράψω τά πολυχρόνια συμπεράσματά μου, τό έκανα επί τή βάσει τής ζωής τών εξαγιασμένων αγιορειτών Πατέρων, οι οποίοι εξακολουθούν νά ζούν τήν ίδια ησυχαστική παράδοση καί εμπειρία πού είχε γνωρίσει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς καί είχε βιώσει στό Άγιον Όρος. Έτσι τό έργο τό οποίο συνέγραψα έχει τόν τίτλο: Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως Αγιορείτης. Αυτό προκάλεσε τήν δυσαρέσκεια μερικών κύκλων πού επέμεναν νά ερμηνεύουν τήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά μέ έναν στοχαστικό, σχολαστικό καί φιλοσοφικό τρόπο. Δέν μπορεί, όμως, νά δή κανείς τήν ησυχαστική διδασκαλία ανεξάρτητα από τόν χώρο πού βιώθηκε καί είναι ζωντανή μέχρι σήμερα.

Επομένως, οι όροι «παλαμική» καί «νεοπαλαμική» θεολογία κινούνται εκτός τής Ορθοδόξου Παραδόσεως καί είναι επικίνδυνοι γιά τά θεμέλια τής ορθοδόξου θεολογίας.

 

2. ΝΕΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ «ΘΕΟΛΟΓΙΑ»

Τό προηγούμενο παράδειγμα δείχνει πώς ενεργούν καί συμπεριφέρονται σύγχρονοι θεολόγοι σχετικά μέ τήν Παράδοση τής Εκκλησίας μας. Έχω συζητήσει μέ ορθόδοξο καθηγητή βιβλικής θεολογίας, ο οποίος διδάσκει σέ Πανεπιστήμιο τού Εξωτερικού καί έχει επηρεασθή κατά πολύ από προτεσταντικές ιδέες, καί ο οποίος υποστήριζε ότι, αφού ο Χριστός είναι ο ήλιος τής δικαιοσύνης, οι Πατέρες είναι τά σύννεφα πού καλύπτουν τόν ήλιο, οπότε πρέπει νά απομακρύνουμε τά σύννεφα γιά νά φωτισθούμε απευθείας από τόν Χριστό. Η άποψη αυτή είναι αντορθόδοξη.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι μέσα σέ αυτήν τήν προοπτική δημιουργήθηκαν οι όροι «νεοπατερική» καί «μεταπατερική» θεολογία. Στήν αρχή δειλά εμφανίσθηκε ο πρώτος όρος –νεοπατερική– μέ τήν έννοια ότι δέν πρέπει νά επαναλαμβάνονται απλώς τά κείμενα τών Πατέρων, αλλά νά εντοπίζεται τό «πνεύμα» τους καί νά μεταφέρεται στά δεδομένα τής εποχής μας, νά εξετάζεται, δηλαδή, πώς θά ομιλούσαν οι Πατέρες γιά σύγχρονα ζητήματα. Αυτό, παρά τήν αγαθή προαίρεση μερικών, είναι άκρως επικίνδυνο, γιατί στήν πραγματικότητα υπονομεύεται όλη η πατερική θεολογία, όταν εμπαθείς άνθρωποι προσπαθούν νά μεταφέρουν τό «πνεύμα» τών Πατέρων στήν εποχή τους. Η αυθεντική μεταφορά προϋποθέτει ανθρώπους πού έχουν τήν ίδια εμπειρική γνώση ή τουλάχιστον τήν προσεγγίζουν.

Στήν συνέχεια παρουσιάσθηκε ο όρος μεταπατερική θεολογία αφού θεωρείται ότι δέν μάς χρειάζονται πιά οι Πατέρες, οι οποίοι έζησαν σέ άλλες εποχές, γνώρισαν άλλα προβλήματα, συνάντησαν άλλα οντολογικά καί κοσμολογικά ερωτήματα, «ένα τελείως διαφορετικό κοσμοείδωλο», καί, επομένως, δέν μπορούν νά μάς βοηθήσουν στήν εποχή μας.

Νομίζω ότι η νεοπατερική καί μεταπατερική θεολογία υπενθυμίζει μιά άποψη, σύμφωνα μέ τήν οποία η πατερική θεολογία είχε αξία γιά τήν εποχή της, ενώ αργότερα η δυτική σχολαστική θεολογία είναι ανώτερη από τήν πατερική θεολογία καί η θεολογία τών συγχρόνων θεολόγων υπερβαίνει καί τήν πατερική καί τήν σχολαστική θεολογία.

Τέτοιες απόψεις αποτελούν νάρκη στά θεμέλια τής ορθοδόξου θεολογίας, γιατί χαρακτηρίζονται από τήν αιρετική άποψη περί προοδευτικής αποκαλύψεως τής Αληθείας, διά μέσου τών αιώνων, καί ότι η Εκκλησία εμβαθύνει μέ τήν πάροδο τού χρόνου στήν Αποκάλυψη, ενώ η ορθόδοξη διδασκαλία τονίζει εμφανώς ότι η «πάσα αλήθεια» αποκαλύφθηκε εφ' άπαξ τήν ημέρα τής Πεντηκοστής. Οπότε, δέν υπάρχει εμβάθυνση στήν αλήθεια μέ τήν πάροδο τού χρόνου, ούτε υφίσταται προοδευτική φανέρωση τής Αληθείας, αλλά η Εκκλησία τήν «άπαξ» φανερωθείσα αλήθεια τήν διατυπώνει ανάλογα μέ τά προβλήματα τής εποχής.

Στήν εμφάνιση τής λεγομένης νεοπατερικής καί μεταπατερικής θεολογίας συνετέλεσαν μερικοί θεολόγοι πού εργάσθηκαν στόν δυτικό χώρο, μέ κέντρο τό Παρίσι. Ήλθαν σέ διάλογο μέ τήν δυτική σκέψη καί προσπάθησαν νά απαντήσουν στά προβλήματα πού συνάντησαν. Χρεωστούμε πολλά σέ αυτούς τούς θεολόγους, όπως γιά παράδειγμα τόν Βλαδίμηρο Λόσκυ, πού έγραψαν θεολογικά έργα, χρησιμοποιώντας τούς Πατέρες τής Εκκλησίας καί μάλιστα τούς λεγομένους νηπτικούς.

Αλλ' όμως μεταξύ αυτών τών θεολόγων υπάρχουν καί μερικοί πού εξέφρασαν απόψεις νεοπατερικής, μεταπατερικής καί συναφειακής θεολογίας. Θά μνημονευθούν συνοπτικά μερικές τέτοιες ιδέες.

Γίνεται λόγος γιά έναν οικουμενισμό πού «θά έπρεπε νά εγκαταλείψει τίς λεκτικές διαμάχες γιά νά θεμελιωθεί πάνω σέ έναν πειραματικό ρεαλισμό τής σωτηρίας: ξαναβυθίζοντας συστήματα καί έννοιες, πού τελικά δέν είναι παρά ίχνη, μέσα στό σφαιρικό βίωμα τής Εκκλησίας, μέσα σέ ό,τι καλύτερο έχει η εμπειρία της».

Συνδέεται ο φανατισμός μέ τήν «ομολογιακή ταυτότητα», η οποία «αποτελεί άν όχι τό σπέρμα του, τουλάχιστον τό χώμα όπου καλλιεργείται» καί γι' αυτό γίνεται λόγος γιά ανοικοδόμηση μιάς οικίας «μέ τίς πόρτες ανοιχτές, τή νέα Ιερουσαλήμ, τή Βασιλεία», μέσα στήν οποία θά χωρούν όλοι. Καί όσοι δέν θέλουν νά εργασθούν γιά τήν κατασκευή μιάς τέτοιας οικίας, θά πρέπει νά απομακρυνθούν, ενώ τό «κλειδί» τής οικίας είναι ό,τι καλύτερο έχει ο άλλος καί εκείνα πού μάς ενώνουν.

Επίσης, εντοπίζονται κοινά σημεία «συναφειακά» τού Χριστιανισμού μέ τόν Ιουδαϊσμό, τόν Ισλαμισμό καί τόν Ινδουϊσμό-Βουδισμό. Μέσα σέ αυτήν τήν προοπτική πρέπει νά επιχειρηθή «μιά καινούργια πολιτισμική μετάλλαξη», καθώς επίσης, όπως τονίζεται, «εμείς οι χριστιανοί, οφείλουμε νά εργασθούμε πολύ μέ τήν προοπτική αυτής τής συνάντησης. Αυτό είναι περισσότερο ενδιαφέρον παρά νά φιλονικούμε μεταξύ μας».

Τέτοιες «μεταπατερικές καί συναφειακές» ιδέες μεταφέρονται κατά τρόπο «μεταπραττικό» στήν Ελλάδα καί τίθενται είτε σέ αντιπαράθεση πρός τούς Πατέρες πού θεωρούνται «μουσεία» τού παρελθόντος, είτε μέ αυτές παρερμηνεύονται τά πατερικά χωρία γιά νά ενταχθούν στήν νέα νοοτροπία.

Γίνεται φανερός ο προσδιορισμός καί η προοπτική τής μεταπατερικής καί συναφειακής θεολογίας, πού είναι πολύ επικίνδυνη γιά τήν Ορθόδοξη Εκκλησία καί οδηγεί σέ έναν συγκρητισμό, όχι μόνον στόν τρόπο ζωής, αλλά καί στήν έκφραση τής πίστεως. Αμφισβητείται μέ αυτό στήν πραγματικότητα η οριοθέτηση τής πίστεως, τήν οποία έκαναν οι άγιοι Πατέρες, δηλαδή αποδομείται ολόκληρη η θεολογία τών Οικουμενικών Συνόδων. Πρόκειται γιά ένα σοβαρό πρόβλημα πού πρέπει νά αντιμετωπισθή εκκλησιαστικά.

 

3. ΟΙ ΟΡΟΙ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ

Όλοι μας πρέπει νά αποδεχθούμε τήν βασική θέση ότι η Εκκλησία είναι μιά ζωντανή πραγματικότητα, είναι τό Σώμα τού Χριστού καί η κοινωνία θεώσεως καί, επομένως, η Εκκλησία γεννά Πατέρες καί όχι οι Πατέρες τήν Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ότι κάθε εποχή είναι πατερική εποχή καί σέ κάθε περίοδο εμφανίζονται Πατέρες τής Εκκλησίας, οι οποίοι είναι «ζωντανοί οργανισμοί».

Όμως, «οι ζωντανοί αυτοί οργανισμοί» δέν διαφοροποιούνται καθόλου από τούς προγενεστέρους Πατέρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, πού έζησε τόν 8ο αιώνα, μιλώντας γιά τήν Θεοτόκο καί επαναλαμβάνοντας τόν λόγο τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, «εί τις ου Θεοτόκον ομολογεί τήν αγίαν Παρθένον, χωρίς εστι τής θεότητος», γράφει: «Ουκ εμός ο λόγος, καί εμός ο λόγος κλήρον γάρ τούτον εκ θεολόγου πατρός Γρηγορίου θεολογικωτάτου δέδεγμαι». Δηλαδή, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δέν θεωρεί δικό του τόν λόγο, αφού τόν παρέλαβε από τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, πού έζησε τέσσερεις αιώνες πρίν από αυτόν, αλλά, συγχρόνως, θεωρεί ότι είναι καί δικός του λόγος, επειδή πρόκειται γιά κληρονομιά –«κλήρον θεολογικώτατον»– τήν οποία παρέλαβε «εκ θεολόγου πατρός» καί τήν επαλήθευσε. Όσοι θέλουν νά είναι θεολόγοι, αναγνωρίζουν τούς πραγματικούς θεολόγους, αποδέχονται τήν διδασκαλία τους, τούς καθιστούν πατέρες τους καί κληρονομούν διά τής πνευματικής γεννήσεως καί τόν λόγο καί τόν τρόπο τής ενθέου ζωής τους.

Μέ αυτόν τόν τρόπο μεταδίδεται η πνευματική ζωή από τό παρελθόν σέ κάθε εποχή. Όπως η βιολογική ζωή μεταδίδεται από γενιά σέ γενιά από ζωντανούς καί όχι νεκρούς γονείς, έτσι καί η εν Χάριτι πνευματική ζωή, η αληθινή θεολογία, μεταδίδεται από ζωντανούς καί όχι νεκρούς πνευματικούς οργανισμούς.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος αναφερόμενος στήν έλλαμψη τών άνω αγγελικών δυνάμεων από τόν Θεό «κατά τάξιν», δηλαδή από «τής πρώτης ταξιαρχίας επί τήν δευτέραν καί από ταύτης επί τήν ετέραν καί καθεξής», λέγει ότι τό ίδιο γίνεται καί μέ τούς Αγίους. «Από γάρ τών προλαβόντων αγίων οι κατά γενεάν καί γενεάν διά τής τών εντολών τού Θεού εργασίας ερχόμενοι άγιοι, τούτοις κολλούμενοι, ομοίως εκείνοις ελλάμπονται». Κολλά κανείς στούς προηγηθέντες Αγίους μέ τήν εργασία τών εντολών τού Θεού καί ελλάμπεται όπως εκείνοι. Έτσι δημιουργείται μιά διαχρονική αλυσίδα καί κάθε κόμβος συνδέεται μέ τούς άλλους μέ τήν πίστη, τά έργα καί τήν αγάπη.

Μέ αυτήν τήν πατερική διδασκαλία ερμηνεύεται ο λόγος τού Αποστόλου Παύλου στούς Κορινθίους: «Εάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ' ου πολλούς πατέρας. εν γάρ Χριστώ Ιησού διά τού Ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα» (Α' Κορ. ε', 15). Υφίσταται διαφορά μεταξύ παιδαγωγών εν Χριστώ καί Πατέρων εν Χριστώ. Οι Πνευματικοί Πατέρες γεννούν πνευματικά τέκνα διά τού Ευαγγελίου, δηλαδή διά τής εφαρμογής τών εντολών τού Χριστού, ενώ οι παιδαγωγοί απλώς διδάσκουν.

Όποιος ζή τήν ίδια παράδοση, εφαρμόζει τίς ευαγγελικές εντολές στήν ζωή του, αγωνίζεται εναντίον τών παθών του γιά νά αποκτήση μέθεξη τού Θεού, αυτός αποκτά κοινωνία καί μέ τούς άλλους Αγίους πού έζησαν πρίν από αυτόν καί ανήκει στήν ίδια παράδοση. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος τών Πατέρων πού υπέγραψαν τόν Αγιορειτικό Τόμο: «Ταύτα υπό τών Γραφών εδιδάχθημεν ταύτα παρά τών ημετέρων Πατέρων παρελάβομεν ταύτα διά τής μικράς έγνωμεν πείρας».

Στήν βιβλικοπατερική παράδοση υπάρχει διαφορά μεταξύ Προφητών-θεοπτών-θεολόγων καί στοχαστών, ανάλογα μέ τήν διαφορά πού υπάρχει μεταξύ προφητείας καί στοχασμού. Ο Προφήτης Ησαΐας διαλαλεί: «Ιδού δή ο δεσπότης Κύριος σαβαώθ αφελεί από τής Ιουδαίας καί από Ιερουσαλήμ ισχύοντα καί ισχύουσαν ... καί προφήτην καί στοχαστήν» (Ησ. γ', 1-2).

Ερμηνεύοντας ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αυτό τό χωρίο κάνει τήν διάκριση μεταξύ στοχαστού καί προφήτου. «Ενταύθά μοι δοκεί λέγειν στοχαστήν τόν από συνέσεως πολλής τών μελλόντων στοχάζεσθαι, καί απ' αυτής τών πραγμάτων τής πείρας», ενώ η προφητεία είναι έμπνευση τού Αγίου Πνεύματος στούς Προφήτες. «Έτερον μέν γάρ στοχασμός, καί προφητεία άλλο ο μέν γάρ Πνεύματι θείω φθέγγεται, ουδέν οίκοθεν εισφέρων, ο δέ τάς αφορμάς από τών ήδη γεγενημένων λαμβάνων, καί τήν οικείαν σύνεσιν διεγείρων, πολλά τών μελλόντων προορά, ως εικός άνθρωπον όντα συνετόν προϊδείν». Καί συμπεραίνει: «Αλλά πολύ τό μέσον τούτου κακείνου, καί τοσούτον, όσον συνέσεως ανθρωπίνης καί θείας χάριτος τό διάφορον». Καί γιά νά τεκμηριώση αυτήν τήν διάκριση χρησιμοποιεί τήν διαφορά μεταξύ τού βασιλέως Σολομώντος καί τού Προφήτου Ελισσαίου.

Ο Χριστός διακήρυξε στούς συγχρόνους Του: «ουκ ανέγνωτε τό ρηθέν υμίν υπό τού Θεού λέγοντος, εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ καί ο Θεός Ισαάκ καί ο Θεός Ιακώβ; ουκ έστιν ο Θεός Θεός νεκρών, αλλά ζώντων» (Ματθ. κβ', 31-32). Ο Θεός γιά μάς τούς Ορθοδόξους δέν είναι μιά αφηρημένη έννοια ούτε μιά ιδεολογία, αλλά Αυτός πού αναπαύεται σέ ζώντας οργανισμούς, στούς Αγίους, κατά τήν λειτουργική προσευχή: «Ο Θεός ο άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος...» καί κατά τόν ύμνο «ο Θεός τών Πατέρων ημών». Επομένως, ο Θεός μας δέν είναι Θεός τών στοχαστών καί φιλοσόφων, αλλά ο Θεός τών Πατέρων (όχι τών μεταπατέρων), ο Θεός τών ζωντανών οργανισμών πού υπάρχουν σέ κάθε εποχή.

Κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ η Εκκλησία είναι αποστολική επειδή είναι πατερική. Γράφει: «Η Εκκλησία είναι πράγματι "αποστολική", αλλά είναι επίσης καί "πατερική". Ουσιαστικώς είναι "η Εκκλησία τών αγίων Πατέρων". Δέν είναι δυνατόν νά διαχωρισθούν οι δύο χαρακτηρισμοί. Επειδή η Εκκλησία είναι "πατερική", είναι αληθώς καί "αποστολική"».

Ο ίδιος επισημαίνει ότι στήν εποχή μας ύστερα από τόσες μελέτες «είμεθα διατεθειμένοι νά παραδεχθώμεν τό αιώνιον κύρος τών "Πατέρων"», καθώς επίσης ότι η Εκκλησία δέν είναι «μουσείον νεκρών αποθεμάτων ούτε όμως εταιρεία ερευνών". Τά αποθέματα είναι ζωντανά –depositum juvenescens, κατά τόν άγιον Ειρηναίον. Η πίστις δέν είναι κειμήλιον τού παρελθόντος, αλλά μάλλον "η μάχαιρα τού Πνεύματος"». Ομολογεί δέ ότι η ερμηνεία τής Αγίας Γραφής γίνεται από τήν θεολογία τήν οποία εκφράζουν οι Άγιοι κάθε εποχής. «Η Γραφή έχει ανάγκην ερμηνείας. Αποκαλύπτεται εις τήν θεολογίαν. Αυτό είναι δυνατόν μόνον διά τού φορέως τής ζώσης εμπειρίας τής Εκκλησίας».

Έτσι, γιά νά είμαστε ορθόδοξοι καί νά έχουμε τήν βεβαιότητα τής σωτηρίας μας δέν μάς χρειάζεται καμμιά νεοπατερική, μεταπατερική καί συναφειακή θεολογία. Μάς χρειάζονται δύο πράγματα: Τό πρώτο, νά μείνουμε σταθεροί, όπως έχουμε καθήκον, στήν ορολογία τών Πατέρων τών Οικουμενικών Συνόδων, γιατί αυτή η ορολογία αποτελεί σημαντικό μέρος τής Ορθοδόξου Παραδόσεως, τό αληθινό καί αυθεντικό consensus patrum, αλλά νά μείνουμε εδραίοι καί στήν αποκεκαλυμμένη αλήθεια πού δόθηκε στούς Πατέρες. Καί τό δεύτερο, νά αναζητήσουμε «ζωντανούς οργανισμούς», οι οποίοι ζούν μέσα στό «πνεύμα» τού Ευαγγελίου καί τών Οικουμενικών Συνόδων, δηλαδή βιώνουν τίς ορθόδοξες προϋποθέσεις τών δογμάτων γιά νά μάς καθοδηγήσουν σωστά στήν βίωση τού δόγματος.

Δυστυχώς, μερικοί πού ομιλούν γιά νεοπατερική, μεταπατερική καί συναφειακή θεολογία έχουν πρόβλημα καί μέ τίς δύο αυτές προϋποθέσεις, δηλαδή καί μέ τούς όρους τών Οικουμενικών Συνόδων καί μέ τούς «ζωντανούς οργανισμούς» τής εκκλησιαστικής ζωής.

Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίο ενοχλούνται από τήν θεολογία τήν οποία εξέφρασε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, γιατί ο μεγάλος αυτός διδάσκαλος συνέδεσε τήν γνήσια ορθόδοξη θεολογία τών Οικουμενικών Συνόδων μέ τήν σύγχρονη ησυχαστική παράδοση, δηλαδή συνέδεσε τήν θεολογία μέ τήν εμπειρία, τήν καθηγητική έδρα μέ τό ησυχαστήριο. Άν η θεολογία δέν εκφρασθή εμπειρικώς, γίνεται στοχασμός καί κουράζει τούς ανθρώπους, καί άν η εμπειρία δέν στηριχθή στήν θεολογία τών Οικουμενικών Συνόδων είναι μιά ατομική ευσέβεια, η οποία μπορεί νά έχη «συναφειακά» στοιχεία μέ όλες τίς άλλες ανατολικές παραδόσεις. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης φαίνεται ενοχλητικός γιά τούς στοχαστικούς, φιλοσοφούντες θεολόγους πού διακατέχονται από τήν «στοχαστική αναλογία», κατά τήν έκφραση τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά.

Ακόμη, αυτός είναι ο λόγος, κατά τήν γνώμη μου, πού αμφισβητούνται από μερικούς σύγχρονες, σημαντικές αγιορειτικές μορφές, όπως ο π. Πορφύριος, ο π. Παΐσιος, ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ κλπ. Ενοχλεί τήν σύγχρονη συγκρητιστική θεολογία ο βίος καί η διδασκαλία τών συγχρόνων «ζωντανών οργανισμών» τής εκκλησιαστικής ζωής.

Σέ μιά εισήγησή μου πού έγινε στό παρελθόν προκειμένου νά τεκμηριώσω τήν θεωρητική διδασκαλία τής Εκκλησίας χρησιμοποίησα κείμενα τού π. Πορφυρίου, ενός εξαγιασμένου Ιερομονάχου τής εποχής μας. Αισθάνθηκα βαθύτατη έκπληξη όταν ορθόδοξοι θεολόγοι καί Κληρικοί, πού ήταν παρόντες, διαφώνησαν μέ τήν αναφορά μου σέ λόγους τού π. Πορφυρίου, διότι σύμφωνα μέ τήν άποψή τους, μέ τόν τρόπο αυτό «ιδεολογοποιείται» η ορθόδοξη πίστη.

Η έκπληξή μου ήταν βαθύτατη διότι ακόμη καί στήν επιστήμη η αναφορά σέ ανθρώπους, πού παράγουν ένα καλλιτεχνικό ή φιλοσοφικό έργο είναι τεκμήριο γνησιότητος, ενώ γιά μερικούς συγχρόνους θεολόγους η αναφορά σέ ανθρώπους πού ζούν τήν πραγματική ορθόδοξη θεολογία θεωρείται ιδεολογοποίηση. Έχω απομαγνητοφωνήσει όλη αυτήν τήν συζήτηση καί εάν κάποτε δημοσιευθή, τότε θά αποκαλυφθούν «εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί».

Αυτός είναι ο λόγος, κατά τήν γνώμη μου, γιά τόν οποίο επιδιώκεται η μετάφραση τής θείας Λειτουργίας καί άλλων λειτουργικών κειμένων καί στήν πραγματικότητα επιχειρείται «η απομυθοποίηση» τής λειτουργικής καί βιβλικοπατερικής γλώσσας. Δέν εξηγείται διαφορετικά η προσωπική επίθεση μερικών εναντίον εκείνων πού μέ θεολογικό λόγο εκφράζουν τόν σεβασμό τους στό γλωσσικό ιδίωμα τής θείας Λειτουργίας. Άν η λειτουργική γλώσσα απωλέση τόν πατερικό καί θεολογικό λόγο, τότε γίνεται μιά «συναφειακή», «μεταπατερική» λειτουργική γλώσσα, πού μπορεί νά χωρέση σέ όλους τούς σύγχρονους συγκρητισμούς. Άλλωστε οι περισσότεροι από αυτούς, πού υπεραμύνονται τής μεταφράσεως τών λειτουργικών κειμένων καί επιτίθενται μέ εμπάθεια καί απρέπεια εναντίον εκείνων πού εκφράζουν μιά άλλη σκέψη, ανήκουν σέ αυτό τό κλίμα τής «μεταπατερικής» καί «συναφειακής» θεολογίας. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ αυτούς πού αρνούνται τήν ισχύ τών πατερικών λόγων γιά τήν εποχή μας. Θέλουν νά αφήσουν ελεύθερο τόν χώρο σε κάθε στοχασμό καί συγκρητισμό.

 

Συμπερασματικά, θεωρώ ότι η μοντέρνα θεολογία πού αποδεσμεύονται από τούς Πατέρες καί εκφράζεται μέ βαρύγδουπους όρους, δήθεν από αγάπη γιά τόν σύγχρονο άνθρωπο, είναι επικίνδυνη γιά τήν Εκκλησία καί τήν θεολογία της. Είναι πραγματικά ένας στοχαστικός τρόπος θεολογίας, ένας λαϊκισμός πού εξασκείται από «χειροτονητούς θεολόγους», λόγω μιάς κακής ερμηνείας τού «βασιλείου ιερατεύματος».–

 

(αντιγράφηκε από την «Εκκλησιαστική Παρέμβαση» στις 18/12/2019)

Επειδή πολλές φορές απόφοιτοι Λυκείου και Πανεπιστημίου εκφράζουν την δυσανασχέτισή τους με την γλώσσα της Εκκλησίας, αλλά ποτέ δεν έχουν σκύψει με θεία αγάπη να μελετήσουν έστω και λίγο την Αγία Γραφή στο πρωτότυπο με την βοήθεια λεξικού ή και ερμηνείας (π.χ. Τρεμπέλα) ώστε να τους γίνει κατανοητή η γλώσσα της Εκκλησίας, παραθέτουμε τα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο: Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου - Βίος καί Λόγοι, Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2006:

 

σ. 122

«- Τί γράμματα ξέρεις;

- Πρώτης δημοτικού κι αυτά δεν τα πέρασα καλά. Τα γράμματα τα έμαθα στην έρημο του Αγίου Όρους, στα Καυσοκαλύβια. Είχα δύο Γέροντες, που έζησα μαζί τους.»

 

σ. 525

«Μέ την Χάρι του Θεού, διάβαζα μόνο τα βιβλία της Εκκλησίας και την Αγία Γραφή. Δεν τα καταλάβαινα· κι όμως, τα διάβαζα κι ας μην τα καταλάβαινα. Ούτε λεξικό υπήρχε, ούτε τίποτα. Ούτε και ποτέ είχα ρωτήσει αν είχαν κανένα λεξικό. Αλλ' έπειτα, απ' το πολύ διάβασμα, άρχισα να αισθάνομαι και να εξηγώ αυτό που διάβαζα. Με την υπακοή ανοίχθηκε ο νους μου. Έτσι πολλά άρχισα να τα καταλαβαίνω και από εκείνα εξηγούσα και άλλα που δεν τα ήξερα. Εξηγούσα τις λέξεις από άλλα χωρία. Αυτό ήταν το λεξικό μου. Η Αγία Γραφή δια της Αγίας Γραφής».

Περισσότερα: Η γλώσσα της Εκκλησίας και ο Άγιος γέροντας Πορφύριος

Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμῶν, στὴν ἐρμηνεία τοῦ Κανόνος ΟΕ' τῆς ΣΤ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀναφέρει [PG, 137,769-772]:

«ΚΑΝΩΝ ΟΕ' «Τοὺς ἐπὶ τὸ ψάλλειν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις παραγινομένους βουλόμεθα, μήτε βοαῖς ἀτάκτοις κεχρῆσθαι καὶ τὴν φύσιν πρὸς κραυγὴν ἐκβιάζεσθαι, μήτε τι ἐπιλέγειν τῶν μὴ τῇ ἐκκλησίᾳ ἀρμοδίων τε καὶ οἰκείων· ἀλλὰ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ κατανύξεως τὰς ψαλμῳδίας προσάγειν τῷ τῶν κρυπτῶν ἐφόρῳ Θεῷ. Εὐλαβεῖς γὰρ ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ τὸ ἱερὸν ἐδίδαξε λόγιον (84).»

Περισσότερα: Κανών ΟΕ' της ΣΤ' Οικ. Συνόδου (Τους επί το ψάλλειν...)

Μιὰ ψυχωφέλιμη ὀμιλία ἀπὸ τὸν Καθηγούμενο τῆς Ἰερᾶς Μονῆς Ξενοφῶντος Ἁγίου Ὄρους Γέροντα Ἀλέξιο μὲ θέμα τὴν προσευχή, ἡ ὁποῖα πραγματοποιήθηκε στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Ἐλευθερίου Χαλανδρίου τὸ Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019.

Περισσότερα: Περὶ τῆς Προσευχῆς

Ἀπὸ τὴν σειρὰ «Φωνὴ τῶν Πατέρων» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, ἀναρτοῦμε τὸ πάνυ ψυχωφέλιμο φυλλάδιο (ἄ.ἀ. 34) μὲ τίτλο «Ὁ Πνευματικός Νόμος» τοῦ Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ (4ος-5ος αἰ.)

Περισσότερα: Ο Πνευματικός Νόμος - Οσίου Μάρκου του Ασκητού

Κήρυγμα 6/2/2019 του γέροντος Στεφάνου Αναγνωστοπούλου, στην Αγία Βαρβάρα στο Κερατσίνι (Αμφιάλη).

Περισσότερα: Κήρυγμα 6/2/2019 γέροντος Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Μιὰ ψυχωφέλιμη ὀμιλία ἀπὸ τὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεόφυτο γιὰ τὴν ταπείνωση (14/4/2019).

Περισσότερα: Πως καλλιεργείται η ταπείνωση και πως διατηρείται

Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος σκιαγραφεί την προσωπικότητα και την αγιότητα του Γέροντος Ιακώβου, όπως ο ίδιος τον έζησε. Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2017 στην αίθουσα της Ενορίας Αποστόλου Βαρνάβα και Μακαρίου Δασούπολης,  σε φιλανθρωπική εκδήλωση του Χριστιανικού Συνδέσμου Γυναικών της Ενορίας Αποστόλου Βαρνάβα και Αγίου Μακαρίου.

Περισσότερα: Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης (όπως τον έζησε ο Σεβασμιώτατος Μητρ. Μόρφου κ. Νεόφυτος)

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμάς στην ιερατική σύναξη τόνισε την σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα της καθημερινής τέλεσης των ιερών ακολουθιών, σύμφωνα με την τυπική διάταξη της αγίας μας Εκκλησίας. Επεσήμανε ότι είναι απαραίτητο οι ιερείς να προσεύχονται τελώντας τις ακολουθίες, για να εμπνέουν το ποίμνιό τους με το παράδειγμά τους, ενώ αναφέρθηκε στην ανάγκη να κατηχηθεί ο λαός του Θεού, ώστε να συμμετέχει στις ακολουθίες του νυχθημέρου.

Περισσότερα: Μητρ. Αιτωλίας κ. Κοσμάς: Είναι απαραίτητο οι ιερείς να προσεύχονται τελώντας τις ακολουθίες

Υποκατηγορίες